Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • επαρκής , ής, ές [ἐπαρκής] ε-παρ-κής επίθ. {επαρκ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· επαρκέστ-ερος, -ατος}: που είναι αρκετός ή ικανός για κάτι· που χαρακτηρίζεται από επάρκεια: ~ής: εξαερισμός/φωτισμός/χρόνος. ~ής: ενηµέρωση/τεκμηρίωση. ~είς: πόροι. ~είς: γνώσεις. ~ή: μέσα/μέτρα. Ανάπτυξη δεξιοτήτων σε ~ές επίπεδο. Πβ. ικανοποιητικός. Βλ. υπερ~.|| ~ής: αναγνώστης της λογοτεχνίας/ομιλητής (: ενημερωμένος και καταρτισμένος). Θεωρεί τον εαυτό του ~ατο για να ... Πβ. κατάλληλος. ΑΝΤ. ανεπαρκής ● επίρρ.: επαρκώς [-ῶς] [< μτγν. ἐπαρκής, γαλλ. suffisant]