Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • επαρκής , ής, ές [ἐπαρκής] ε-παρ-κής επίθ. {επαρκ-ούς | -είς (ουδ. -ή)· επαρκέστ-ερος, -ατος}: που είναι αρκετός ή ικανός για κάτι· που χαρακτηρίζεται από επάρκεια: ~ής: εξαερισμός/φωτισμός/χρόνος. ~ής: ενηµέρωση/τεκμηρίωση. ~είς: πόροι. ~είς: γνώσεις. ~ή: μέσα/μέτρα. Ανάπτυξη δεξιοτήτων σε ~ές επίπεδο. Πβ. ικανοποιητικός. Βλ. υπερ~.|| ~ής: αναγνώστης της λογοτεχνίας/ομιλητής (: ενημερωμένος και καταρτισμένος). Θεωρεί τον εαυτό του ~ατο για να ... Πβ. κατάλληλος. ΑΝΤ. ανεπαρκής ● επίρρ.: επαρκώς [-ῶς] [< μτγν. ἐπαρκής, γαλλ. suffisant]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.