Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • επιγονάτιο [ἐπιγονάτιο] ε-πι-γο-νά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {επιγονατί-ου}: ΕΚΚΛΗΣ. άμφιο επισκόπων ή ιερέων που φέρουν τίτλο πρωτοπρεσβύτερου ή αρχιμανδρίτη, το οποίο έχει σχήμα ρόμβου και κρέμεται από τη ζώνη δίπλα στο δεξί γόνατο. Βλ. επιμάνικα, επιτραχήλιο. [< μεσν. επιγονάτιον]

επιμάνικα

επιμάνικα[ἐπιμάνικα] ε-πι-μά-νι-κα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. επιμάνικο} & επιμανίκια: ΕΚΚΛΗΣ. σκληρές μανσέτες οι οποίες καλύπτουν και συγκρατούν τα μανίκια του στιχάριου. Βλ. επιγονάτιο, επιτραχήλιο. [< μεσν. επιμάνικον]