Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • επιδραστικός , ή, ό [ἐπιδραστικός] ε-πι-δρα-στι-κός επίθ.: που ασκεί επιρροή στον χώρο του ή τον κόσμο: ~ός: συγγραφέας/φιλόσοφος. ~ή: δύναμη/ικανότητα/λειτουργία. ~ό: περιβάλλον/(μουσικό) ρεύμα. Δημιουργικός/δημοφιλής/πρωτοποριακός και (εξαιρετικά/ιδιαίτερα) ~ καλλιτέχνης. Θεωρείται η πιο ~ή μορφή της σύγχρονης μουσικής.|| Πρόσωπα με ~ό ρόλο στις εξελίξεις (πβ. ηγετ-, καθοριστ-, καταλυτ-, σημαντ-ικός). Βλ. αλληλ~. [< γαλλ. influent, αγγλ. influential]