Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • επιδραστικός , ή, ό [ἐπιδραστικός] ε-πι-δρα-στι-κός επίθ.: που ασκεί επιρροή στον χώρο του ή τον κόσμο: ~ός: συγγραφέας/φιλόσοφος. ~ή: δύναμη/ικανότητα/λειτουργία. ~ό: περιβάλλον/(μουσικό) ρεύμα. Δημιουργικός/δημοφιλής/πρωτοποριακός και (εξαιρετικά/ιδιαίτερα) ~ καλλιτέχνης. Θεωρείται η πιο ~ή μορφή της σύγχρονης μουσικής.|| Πρόσωπα με ~ό ρόλο στις εξελίξεις (πβ. ηγετ-, καθοριστ-, καταλυτ-, σημαντ-ικός). Βλ. αλληλ~. [< γαλλ. influent, αγγλ. influential]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.