Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • επιδρώ [ἐπιδρῶ] ε-πι-δρώ ρ. (αμτβ.) {επιδρ-άς ... | επέδρα-σε, επιδρά-σει, λόγ. μτχ. επιδρ-ών, -ώσα, -ών, -ώντας} : ασκώ επίδραση: Παράγοντας που ~σε αποφασιστικά/αρνητικά/δυσμενώς/ευνοϊκά/θετικά/καθοριστικά/καταλυτικά/σημαντικά στη διαμόρφωση της προσωπικότητας/στις εξελίξεις/στην έκβαση του πολέμου. Το φάρμακο που πήρε δεν έχει ~σει ακόμη. Πβ. δρα, επενεργεί, επηρεάζω. Βλ. αλληλ~, συν~. [< μτγν. ἐπιδρῶ 'κάνω, εκτελώ', γερμ. einwirken, auswirken, γαλλ. influer, influencer]