Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • επικαιροποιώ [ἐπικαιροποιῶ] ε-πι-και-ρο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {επικαιροποι-εί ... | επικαιροποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, -ώντας}: εκσυγχρονίζω, προσαρμόζω στα νέα δεδομένα: ~ήθηκε η μελέτη/το πρόγραμμα/το σχέδιο δράσης ... ~ημένη: έκδοση (= αναθεωρημένη). ~ο: μνημόνιο. ~ες: οδηγίες. ~ημένα: κείμενα/(στατιστικά) στοιχεία. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. actualiser]

-ποιώ

-ποιώ(λόγ.) β' συνθετικό ρημάτων με τη σημασία του 1. κάνω κάτι: αξιο~ (βλ. -λογώ)/γνωστο~/ενοχο~/εντατικο~/ποινικο~.|| (με πρόθ.) Εκ~. 2. δίνω συγκεκριμένη μορφή: ψηφιο~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.