Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • επικεφαλής [ἐπικεφαλῆς] ε-πι-κε-φα-λής επίρρ. & επί κεφαλής: στην πρώτη ή σε καθοδηγητική, ηγετική θέση: Μπήκε/ορίστηκε/τέθηκε ~ της αποστολής/της επιτροπής.|| (ως ουσ.) Ο/η ~ του Γραφείου Τύπου (πβ. διευθυντής, προϊστάμενος)/της έρευνας/του κράτους (πβ. κυβερνήτης)/του ψηφοδελτίου Eπικρατείας. Δήλωση του ~ (εσφαλμ. επικεφαλούς) της αντιπροσωπείας. (ΣΤΡΑΤ.) Ο ~ της διμοιρίας/του λόχου/της ομάδας/του τάγματος (πβ. διοικητής). Πβ. αρχηγός, ηγέτης, κεφαλή, οδηγός.|| (ως επίθ.) Ο ~ αξιωματικός/αστυνομικός/επιθεωρητής (υπηρεσίας). [< γαλλ. en-tête]