επικύρωση [ἐπικύρωση] ε-πι-κύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για δημόσια Αρχή ή υπηρεσία) η ενέργεια του επικυρώνω: κοινοβουλευτική ~. ~ των αντιγράφων/των αποτελεσμάτων (του διαγωνισμού)/των δικαιολογητικών/της μετάφρασης/του πιστοποιητικού. ~ του γνησίου της υπογραφής από δικηγόρο. Θεώρηση και ~ των τίτλων απόλυσης. Η διαδικασία ~ης της συνθήκης από τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πβ. έγκριση). Το έγγραφο δόθηκε προς ~. Πβ. κύρωση, πιστοποίηση.|| ~ εισιτηρίου (: το σφράγισμά του από ακυρωτικό μηχάνημα στα μέσα μαζικής μεταφοράς).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων. ΑΝΤ. ακύρωση (1) 2. (σπάν.) επιβεβαίωση: Μέσα από τη συζήτηση αναζητά την ~ των απόψεών του. Πβ. επαλήθευση. [< 2: αρχ. ἐπικύρωσις, γαλλ. validation, certification]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.