Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • επικύρωση [ἐπικύρωση] ε-πι-κύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. (για δημόσια Αρχή ή υπηρεσία) η ενέργεια του επικυρώνω: κοινοβουλευτική ~. ~ των αντιγράφων/των αποτελεσμάτων (του διαγωνισμού)/των δικαιολογητικών/της μετάφρασης/του πιστοποιητικού. ~ του γνησίου της υπογραφής από δικηγόρο. Θεώρηση και ~ των τίτλων απόλυσης. Η διαδικασία ~ης της συνθήκης από τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πβ. έγκριση). Το έγγραφο δόθηκε προς ~. Πβ. κύρωση, πιστοποίηση.|| ~ εισιτηρίου (: το σφράγισμά του από ακυρωτικό μηχάνημα στα μέσα μαζικής μεταφοράς).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων. ΑΝΤ. ακύρωση (1) 2. (σπάν.) επιβεβαίωση: Μέσα από τη συζήτηση αναζητά την ~ των απόψεών του. Πβ. επαλήθευση. [< 2: αρχ. ἐπικύρωσις, γαλλ. validation, certification]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.