Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • επιλέγω [ἐπιλέγω] ε-πι-λέ-γω ρ. (μτβ.) {επέλε-ξα, επιλέ-χθηκε (λόγ.) επελέγη (μτχ. επιλεγ-είς, -είσα, -έν) κ. επελέχθη (μτχ. επιλε-χθείς), επιλε-γεί κ. -χθεί, -γμένος, επιλέγ-οντας, -όμενος}: αποφασίζω ποιο από τα στοιχεία ενός συνόλου είναι το καλύτερο ή το καταλληλότερο, το ξεχωρίζω: ~ προορισμό διακοπών/τι θα φορέσω. ~ξε τη ζωή στην πόλη αντί στην επαρχία. ~ξε (= προτίμησε) να αποσυρθεί/παραιτηθεί. Επίλεξε το σωστό χρώμα. ~χθηκαν οι καλύτεροι (= προκρίθηκαν). Η πόλη ~χθηκε να φιλοξενήσει το συνέδριο. Επελέγη για τη θέση του διευθυντή (: μεταξύ υποψηφίων, πβ. εκλέγω). ~όμενη: λειτουργία. Δηλώσεις ~όμενων μαθημάτων (= επιλογής, ΑΝΤ. υποχρεωτικά). Πβ. διαλέγω. Βλ. προ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ γραμματοσειρά. ~ λέξη/παράγραφο (πβ. μαρκάρω). ΑΝΤ. αποεπιλέγω. [< αρχ. ἐπιλέγω, αγγλ. select]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.