επιλέγω [ἐπιλέγω] ε-πι-λέ-γω ρ. (μτβ.) {επέλε-ξα, επιλέ-χθηκε (λόγ.) επελέγη (μτχ. επιλεγ-είς, -είσα, -έν) κ. επελέχθη (μτχ. επιλε-χθείς), επιλε-γεί κ. -χθεί, -γμένος, επιλέγ-οντας, -όμενος}: αποφασίζω ποιο από τα στοιχεία ενός συνόλου είναι το καλύτερο ή το καταλληλότερο, το ξεχωρίζω: ~ προορισμό διακοπών/τι θα φορέσω. ~ξε τη ζωή στην πόλη αντί στην επαρχία. ~ξε (= προτίμησε) να αποσυρθεί/παραιτηθεί. Επίλεξε το σωστό χρώμα. ~χθηκαν οι καλύτεροι (= προκρίθηκαν). Η πόλη ~χθηκε να φιλοξενήσει το συνέδριο. Επελέγη για τη θέση του διευθυντή (: μεταξύ υποψηφίων, πβ. εκλέγω). ~όμενη: λειτουργία. Δηλώσεις ~όμενων μαθημάτων (= επιλογής, ΑΝΤ. υποχρεωτικά). Πβ. διαλέγω. Βλ. προ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ γραμματοσειρά. ~ λέξη/παράγραφο (πβ. μαρκάρω). ΑΝΤ. αποεπιλέγω. [< αρχ. ἐπιλέγω, αγγλ. select]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.