δαρβινισμόςδαρ-βι-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. η θεωρία του Δαρβίνου για την προέλευση και εξέλιξη των βιολογικών ειδών μέσω της φυσικής επιλογής. Βλ. νεο~, γενετική, θεωρία της εξέλιξης, -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικός δαρβινισμός: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. θεωρία που ερμηνεύει την υπερίσχυση των ισχυρότερων κοινωνικών ομάδων με αναγωγή στους βιολογικούς νόμους της δαρβινικής εξέλιξης. Βλ. κοινωνιοβιολογία, ρατσισμός, το δίκαιο του ισχυρότερου. [< αγγλ. social darwinism, 1877] [< αγγλ. Darwinism, 1860, γαλλ. darwinisme]
μενούμε-νού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. σύνολο φαγητών που σερβίρονται σε ή προτείνονται για ένα ή περισσότερα γεύματα· (ειδικότ. σε εστιατόριο) λίστα με πιάτα που αποτελούν γεύμα με προκαθορισμένη τιμή: γαμήλιο/γαστρονομικό/διαιτητικό/προτεινόμενο/σταθερό/χριστουγεννιάτικο ~. Το ~ της εβδομάδας (= εβδομαδιαίο ~)/της ημέρας. ~ για χορτοφάγους. Τι έχει το ~ (= τι θα φάμε) απόψε;|| ~ εκδηλώσεων/για δύο άτομα. Βλ. αλά καρτ, μπουφές, ταμπλ-ντοτ. 2. κατάλογος, κυρ. εστιατορίου, με τα προσφερόμενα είδη, (π.χ. ορεκτικά, κυρίως πιάτα, επιδόρπια, ποτά), και τις τιμές τους: Το ~ περιλαμβάνει μεσογειακή κουζίνα. ΣΥΝ. εδεσματολόγιο, τιμοκατάλογος 3. (προφ.) πρόγραμμα δραστηριοτήτων, ασχολιών: πλούσιο ~ με ταξίδια σε όλη την υφήλιο. ● ΣΥΜΠΛ.: μενού (επιλογών): ΠΛΗΡΟΦ. λίστα που παρουσιάζει στην οθόνη ηλεκτρονικής συσκευής διάφορες εντολές, λειτουργίες ή παραμέτρους από τις οποίες μπορεί κάποιος να επιλέξει την κατάλληλη: ελληνικό/οριζόντιο ~ ~. Γραμμή ~ ~. Κάντε κλικ στο ~ ~ "Έναρξη". Επιστροφή στο αρχικό/κεντρικό ~ ~. Βλ. υπο~. [< αγγλ. menu, 1967] , πτυσσόμενο μενού βλ. πτύσσεται [< γαλλ. menu]
συμβούλιοσυμ-βού-λι-ο ουσ. (ουδ.) {συμβουλί-ου | -ων} 1. εκλεγμένο ή διορισμένο όργανο με ορισμένη θητεία και συγκεκριμένες αρμοδιότητες: ακαδημαϊκό/γενικό/γνωμοδοτικό/διαμερισματικό/εκτελεστικό/επιστημονικό/εποπτικό/κοινοτικό/κυβερνητικό/πολεμικό/πολιτικό/πολυμελές/συντονιστικό/σχολικό/υπηρεσιακό ~. ~ επιμόρφωσης/εργαζομένων (βλ. συνδικάτο)/πιστοποίησης. Τοπικό ~ νεολαίας/νέων του δήμου ... (Δεκα)πενταμελή μαθητικά ~α. Ανώτατο Ναυτικό ~. ~ Απόδημου Ελληνισμού. Διεθνές ~ Μουσείων. Ελληνικό ~ για τους πρόσφυγες. Κεντρικό Αρχαιολογικό ~. ~ Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ (βλ. Ύπατη Αρμοστεία). ~ (του) Ιδρύματος. Πρόεδρος ~ου Διοίκησης. Οι αποφάσεις/η γραμματεία/η ίδρυση/τα μέλη/οι οδηγίες/το πόρισμα/ο πρόεδρος/σύγκληση/η σύσταση/το ψήφισμα ενός ~ου. Συμμετοχή σε ~. Το νοσοκομείο διοικείται από επταμελές διοικητικό ~. Το ~ συνεδριάζει μια φορά τον μήνα. Ανακοινώθηκε η νέα σύνθεση του ~ου. Βλ. μυστικο~. 2. συγκέντρωση για εξέταση ενός θέματος και λήψη σχετικών αποφάσεων: αίθουσα/πρακτικά ~ου. Αύριο έχουμε/θα κάνουμε ~ (του) Τμήματος. Έγινε ~ (= συνέλευση) των καθηγητών. Μετά από έκτακτο οικογενειακό ~, αποφασίσαμε ... Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας συγκάλεσε το άτυπο ~ των πολιτικών αρχηγών. Πβ. συνέδριο, σύσκεψη. ● ΣΥΜΠΛ.: Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ακρ. ΑΣΕΠ): ανεξάρτητη Αρχή με αποκλειστικές αρμοδιότητες, μεταξύ των οποίων είναι η επιλογή του μόνιμου προσωπικού του Δημόσιου Τομέα, ο έλεγχος της κατάταξης υπαλλήλων σε διάφορες θέσεις, η επισήμανση παραβιάσεων αναφορικά με τις προσλήψεις συμβασιούχων, η διεξαγωγή γραπτού διαγωνισμού για τους εκπαιδευτικούς., Εθνικό Συμβούλιο Έρευνας και Τεχνολογίας (ακρ. ΕΣΕΤ): το ανώτατο γνωμοδοτικό όργανο διαμόρφωσης και χάραξης της εθνικής πολιτικής για την έρευνα και την τεχνολογία., Εθνικό Συμβούλιο Νεολαίας (ακρ. ΕΣΥΝ): ανεξάρτητη μη κερδοσκοπική ομοσπονδία οργανώσεων νέων, κυρ. πολιτικών και κοινωνικών., Ευρωπαϊκό Συμβούλιο & (Ευρωπαϊκό) Συμβούλιο Κορυφής: το κύριο πολιτικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που συγκροτείται από τους πρωθυπουργούς ή τους αρχηγούς των κρατών-μελών της, τον πρόεδρό του και τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και καθορίζει τις γενικές κατευθυντήριες πολιτικές γραμμές και προτεραιότητές της: σύνοδος του ~ού ~ου. Το Εαρινό ~ Κορυφής. [< γαλλ. Conseil Européen, αγγλ. European Council & European Summit, 1976] , Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ακρ. ΠΣΕ): οικουμενική οργάνωση με σκοπό την προώθηση της χριστιανικής ενότητας., Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης/Συμβούλιο των Υπουργών: Αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης που απαρτίζεται από έναν αντιπρόσωπο υπουργικού επιπέδου από κάθε κράτος-μέλος, συνεδριάζοντας με διαφορετική σύνθεση ανάλογα με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, και η οποία ασκεί νομοθετική εξουσία από κοινού με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. [< αγγλ. Council of the European Union/Council of Ministers] , Συμβούλιο της Ευρώπης (ακρ. ΣτΕ): ανεξάρτητος διεθνής οργανισμός με έδρα το Στρασβούργο και κύριο ρόλο την ενίσχυση της δημοκρατίας, την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ανάπτυξη της εκπαίδευσης, της πολιτιστικής ταυτότητας και ποικιλομορφίας στα 47 κράτη-μέλη του. [< αγγλ. Council of Europe, γαλλ. Conseil de l' Europe, 1949] , Βορειοατλαντικό/Ατλαντικό Συμβούλιο βλ. βορειοατλαντικός, δημοτικό συμβούλιο βλ. δημοτικός, δικαστικό συμβούλιο βλ. δικαστικός, Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) βλ. ραδιοτηλεόραση, ιατρικό συμβούλιο βλ. ιατρικός, Νομικό Συμβούλιο του Κράτους βλ. νομικός, Πειθαρχικό Συμβούλιο βλ. πειθαρχικός, Πρόεδρος της Κυβέρνησης/Κυβερνήσεως/του Υπουργικού Συμβουλίου βλ. πρόεδρος, Πρυτανικό Συμβούλιο βλ. πρυτανικός, Συμβούλιο Ασφαλείας βλ. ασφάλεια, Συμβούλιο της Επικρατείας βλ. επικράτεια, υπηρεσιακό συμβούλιο βλ. υπηρεσιακός, υπουργικό συμβούλιο βλ. υπουργικός [< μτγν. συμβούλιον ‘σύσκεψη, συνεδρίαση’, γαλλ. conseil, αγγλ. council]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ