Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • επιμειξία [ἐπιμειξία] ε-πι-μει-ξί-α ουσ. (θηλ.) & επιμιξία: διασταύρωση ατόμων που ανήκουν σε διαφορετικές φυλές ή έθνη, με επιγαμία: φυλετική ~. Μικτοί γάμοι και ~ες. ~ες γηγενών/ιθαγενών και Ευρωπαίων (βλ. κρεολός, μιγάς). Οι λαοί ήρθαν σε ~.|| (για ζώα) ~ λύκου με τσακάλι/χοίρου με αγριογούρουνο. Βλ. υβριδισμός.|| (μτφ.) Γλωσσική/θρησκευτική/πολιτισμική ~. Πβ. ανάμειξη. [< αρχ. ἐπιμ(ε)ιξία, γαλλ. mélange]

κρεολός

κρεολός, ή, ό κρε-ο-λός επίθ. & κρεολικός & κρεολέζικος, η, ο & κρεόλ {άκλ.}: που σχετίζεται με τους Κρεολούς. ● ΣΥΜΠΛ.: κρεολή (γλώσσα): ΓΛΩΣΣ. που προέρχεται από ανάμειξη της ιθαγενούς και της επικρατούσας στη συγκεκριμένη περιοχή ευρωπαϊκής γλώσσας (αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, πορτογαλικά, ολλανδικά) και έχει καθιερωθεί ως μητρική στην κοινότητα αυτή. Βλ. πίτζιν. [< γαλλ. créole]

υβριδισμός

υβριδισμός[ὑβριδισμός] υ-βρι-δι-σμός ουσ. (αρσ.): υβριδοποίηση. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. hybridisme, αγγλ. hybridism]