Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • επιπλέον [ἐπιπλέον] ε-πι-πλέ-ον επίρρ. 1. (συνήθ. επιτατ.) επίσης, επιπρόσθετα: Η συσκευή είναι εύχρηστη και ~ οικονομική. ~, θα ήθελα να πω/να συμπληρώσω/να τονίσω ότι ... Πβ. ακόμα, εκτός αυτού, εξάλλου, παράλληλα, περιπλέον, συν τοις άλλοις. 2. παραπάνω: Δεν μπορώ να πληρώσω τόσα ~. (+ γεν.) ~ του ωραρίου. 3. (ως επίθ.) περισσότερος: ~ απασχόληση/δυνατότητες/έξοδα/θέσεις/πληροφορίες/χρήματα. Πβ. έξτρα, παραπανίσιος, συμπληρωματικός.|| (ως ουσ.) Δεν σου φτάνουν αυτά που έχεις; Τι τα θες τα ~; [< αρχ. ἐπί πλέον]