Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • επιρρεπής , ής, ές [ἐπιρρεπής] ε-πιρ-ρε-πής επίθ. {επιρρεπ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): που τείνει, ρέπει προς κάτι συνήθ. αρνητικό: ~ στο άγχος/σε λάθη/στους τραυματισμούς/στο ψέμα. ~ σε κρυολογήματα/στην παχυσαρκία. Είναι ~είς στο να αναπτύξουν κακές συνήθειες. Πβ. ευάλωτος, ευεπίφορος, ευπαθής.|| Έδαφος ~ές στη διάβρωση. [< μτγν. ἐπιρρεπής]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.