Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • επισκέπτομαι [ἐπισκέπτομαι] ε-πι-σκέ-πτο-μαι ρ. (μτβ.) {επισκέφ-τηκα (λόγ.) -θηκα, επισκεφ-τώ (λόγ.) -θώ}: κάνω επίσκεψη σε κάποιον και γενικότ. πηγαίνω σε χώρο στον οποίο δεν κατοικώ ή εργάζομαι και παραμένω για περιορισμένο χρονικό διάστημα: Να μας ~εσαι (= να μας έρχεσαι) πού και πού! (μτφ.-ειρων.) Μας ~τηκε τελικά ο χιονιάς.|| ~ συχνά το χωριό μου. Μια από τις πιο όμορφες πόλεις που ~τηκα ποτέ (βλ. περιηγούμαι, ταξιδεύω). ~τήκαμε την έκθεση.|| Ο πρωθυπουργός ~εται (ενν. επισήμως) την αμερικανική πρωτεύουσα/τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.|| Πρέπει να ~τώ οδοντίατρο (: για να με εξετάσει).|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ την ιστοσελίδα καθημερινά/τακτικά. (ως ηλεκτρονικό μήνυμα) Συνολικά τριάντα μέλη/χρήστες έχουν ~τεί το φόρουμ σήμερα. [< αρχ. ἐπισκέπτομαι, γαλλ. visiter, αγγλ. visit]

περιηγούμαι

περιηγούμαι[περιηγοῦμαι] πε-ρι-η-γού-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {περιηγ-είσαι ... | -ήθηκα, -ούμενος} 1. ταξιδεύω για να γνωρίσω ξένους τόπους και τον πολιτισμό τους· γενικότ. επισκέπτομαι έναν χώρο: ~ήθηκε την ιστορική πόλη ... Πβ. γυρίζω, περιοδεύω.|| ~ήθηκε στην έκθεση/στο μουσείο. Πβ. περιδιαβάζω. 2. ΔΙΑΔΙΚΤ. κάνω περιήγηση: ~ στο διαδίκτυο/σε ιστοσελίδες. ΣΥΝ. σερφάρω (1) [< 1: αρχ. περιηγοῦμαι 2: αγγλ. browse]