[ἐπιτίθεμαι] ε-πι-τί-θε-μαι ρ. (αμτβ.) {επιτίθε-σαι, -ται, -μεθα, -σθε, -νται | επετίθ-ετο, -εντο | επιτέ-θηκα (λόγ. επετέ-θη, σπάν. μτχ. επιτεθείς, -θείσα, -θέν), επιτε-θεί, επιτιθέ-μενος} (+ γεν./+ σε + αιτ.) 1. κατευθύνομαι με ορμή, εχθρική διάθεση προς κάποιον/κάτι, κάνω επίθεση: ~ αιφνιδιαστικά/βάναυσα εναντίον του ... ~ενται με δακρυγόνα/μαχαίρια/μολότοφ/όπλα/χημικά. Άγνωστοι της ~θηκαν πισώπλατα και την τραυμάτισαν/χτύπησαν. Παραμόνευε για να ~θεί. Του ~θη το εξαγριωμένο πλήθος. Αδέσποτα σκυλιά ~θηκαν σε περαστικό.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ στον εχθρό/σε οχυρό/σε στόχους. Ο στρατός ~θηκε διά ξηράς και διά θαλάσσης/κατά μέτωπο (πβ. εισβάλλω, κάνω έφοδο). ~μενοι: στρατιώτες. ~μενες: δυνάμεις. ~μενα: αεροσκάφη/στρατεύματα.|| (ΑΘΛ.) Η ~μενη ομάδα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Ιός που ~εται και προσβάλλει τα αρχεία του υπολογιστή. Βλ. αντ~. ΣΥΝ. επελαύνω, εφορμώ ΑΝΤ. αμύνομαι, υπερασπίζομαι (1) 2. (μτφ.) απευθύνομαι επικριτικά, αποδοκιμαστικά σε κάποιον: ~ λεκτικά/φραστικά στην αντίπαλη παράταξη. ~θηκε δημόσια/ονομαστικά κατά της ... Του ~θη με δριμύτητα/σφοδρότητα/υβριστικούς χαρακτηρισμούς. Μην το παίρνεις προσωπικά, δεν σου ~, κουβέντα κάνουμε. Βλ. θίγω, προσβάλλω. [< 1: αρχ. ἐπιτίθεμαι, γαλλ. attaquer, αγγλ. attack]
θίγω
θίγωθί-γω ρ. (μτβ.) {έθι-ξα, θί-ξει, -χτηκα (λόγ. γ' πρόσ. εθίγη, μτχ. θιγ-είς, -είσα, -έν), θιγ-όμενος, -μένος, -οντας} 1. προσβάλλω, μειώνω ηθικά: ~ τα αισθήματα/το κύρος/την τιμή/την υπερηφάνεια/την υπόληψη/το φιλότιμο (κάποιου). Θεώρησε ότι ~εται προσωπικά από τα λεγόμενά της. ~εται με το παραμικρό (: είναι εύθικτος, παρεξηγείται). Πβ. πειράζω.2. προκαλώ βλάβη, ζημιά: ~ την αξιοπιστία/τα συμφέροντά τους. ~ονται οι ελευθερίες/τα κεκτημένα των εργαζομένων. Αποζημιώσεις στους θιγέντες. Πβ. βλάπτω, ζημιώνω, πλήττω. ΑΝΤ. ωφελώ 3. αναφέρομαι σε κάτι: Ο ομιλητής ~ξε μεταξύ άλλων ζητήματα σχετικά με ... Δίστασε να ~ξει ένα τόσο δυσάρεστο θέμα. Μη ~ετε τα κακώς κείμενα.|| Θεατρικό έργο που ~ει επίκαιρα προβλήματα. Πβ. αγγίζω, προσεγγίζω. ● ΦΡ.: θίγω/πληγώνω τον εγωισμό κάποιου βλ. εγωισμός, ονόματα δε(ν) λέμε, υπολήψεις/οικογένειες δε(ν) θίγουμε βλ. όνομα [< μεσν. θίγω, αρχ. θιγγάνω ‘αγγίζω’]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.