Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • επιταχύνω [ἐπιταχύνω] ε-πι-τα-χύ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {επιτάχυ-να, επιταχύ-νθηκε, -νθεί, επιταχύν-οντας, -όμενος} ΑΝΤ. επιβραδύνω 1. κάνω κάτι πιο γρήγορο, αυξάνω την ταχύτητα: ~ το βήμα (= ταχύνω). Το άγχος ~ει την κυκλοφορία του αίματος/τους παλμούς της καρδιάς. (ΠΛΗΡΟΦ.) Πώς να ~ετε την απόδοση του υπολογιστή σας.|| ~, για να κερδίσω χρόνο. Αρχίζουμε με βάδην και ~ουμε σταδιακά σε τζόκινγκ.|| (ΦΥΣ.) Το όχημα ~ει από στάση στα 100 χλμ./ώρα. Ευθύγραμμη ομαλά ~όμενη κίνηση. ΑΝΤ. βραδύνω (1) 2. κάνω κάτι να συμβεί πιο σύντομα: Με ~όμενο ρυθμό. Το κάπνισμα ~ει τη γήρανση του δέρματος. Οι υψηλές θερμοκρασίες ~ναν την τήξη των πάγων. ~ονται οι εξελίξεις. Θα ~νθούν οι διαδικασίες για ... ~νθηκε η εφαρμογή του σχεδίου. ~νθηκαν οι ρυθμοί κατασκευής των εκτελούμενων έργων. ΣΥΝ. επισπεύδω, συντομεύω (1) ΑΝΤ. καθυστερώ (1) [< αρχ. ἐπιταχύνω, γαλλ. accélérer]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.