Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • επιφανής , ής, ές [ἐπιφανής] ε-πι-φα-νής επίθ. {επιφανέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): (για πρόσ.) που ξεχωρίζει σε κάποιον τομέα και είναι ευρύτερα γνωστός: ~ής: οικογένεια/προσωπικότητα. ~είς: διανοούμενοι/επιχειρηματίες/πολιτικοί. ~ή: μέλη (της κοινωνίας)/στελέχη (κομμάτων). ~ και καταξιωμένος επιστήμονας. Πβ. διακεκριμένος, διαπρεπής, διάσημος, ονομαστός, φημισμένος.|| (σπάν. ως ουσ.) Οι ~είς και φτασμένοι (πβ. επίσημοι). Βλ. -φανής. ΑΝΤ. άσημος, αφανής (2) ● ΦΡ.: ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος βλ. τάφος [< αρχ. ἐπιφανής]

τάφος

τάφοςτά-φος ουσ. (αρσ.) 1. λάκκος όπου τοποθετείται το φέρετρο με το σώμα του νεκρού και στη συνέχεια σκεπάζεται με χώμα· η λαξευτή κατασκευή ή το κτίσμα που το περιέχει· το σημείο στο οποίο έχουν χαθεί ζωές, η αιτία θανάτου ή ο ίδιος ο θάνατος: οικογενειακός ~. Μαζικοί ~οι. (ΕΚΚΛΗΣ.) Ο ιερός ~ και η σαρκοφάγος με τα λείψανα του Αγίου. Η πλάκα του ~ου (= ταφόπλακα). Oι ~οι του νεκροταφείου. Πβ. μνήμα.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Αρχαίος/ασύλητος/μεγαλιθικός (βλ. ντολμέν) ~. Υπόγειος κτιστός ~. ~ με επιτύμβια στήλη. Είσοδος/ευρήματα/κτερίσματα/προθάλαμος ~ου. Βλ. νεκρόπολη, τύμβος.|| Μαρμάρινος/μεγαλοπρεπής ~. Πβ. κενοτάφιο.|| Οι εγκαταστάσεις κατέρρευσαν και έγιναν ο ~ για δεκάδες ανθρώπους. 2. (μτφ.) καταστροφή, τέλος: Ανοίγει/σκάβει μόνος τον ~ο του (: υπονομεύει ο ίδιος τον εαυτό του). 3. (μτφ.-προφ.) έμπιστος, εχέμυθος άνθρωπος: Είναι ~, δεν λέει μυστικά. ● ΣΥΜΠΛ.: ξηρός τάφος: Χώρος Υγειονομικής Ταφής Ρυπασμένων Εδαφών (ακρ. ΧΥΤΡΕ)., Πανάγιος/Άγιος Τάφος: ΕΚΚΛΗΣ. ο τάφος του Ιησού Χριστού στα Ιεροσόλυμα· συνεκδ. ο τόπος και ο ναός στον οποίο βρίσκεται., θαλαμωτός/θαλαμοειδής τάφος βλ. θαλαμωτός, ομαδικός τάφος βλ. ομαδικός, υγρός τάφος βλ. υγρός ● ΦΡ.: ανδρών επιφανών πάσα γη τάφος: τάφος των ξεχωριστών ανδρών είναι ολόκληρη η γη, οι διαπρεπείς άνδρες τιμούνται παντού., θα στριφογυρίζει στον τάφο του (μτφ.-ειρων.): για νεκρό που τα έργα των επιγόνων του προσβάλλουν τη μνήμη του. Πβ. θα τρίζουν τα κόκαλά του. [< γαλλ. se retourner dans sa tombe] , ακολούθησε (κάποιον) στον τάφο/στον θάνατο βλ. ακολουθώ, άκρα (του τάφου) σιωπή βλ. σιωπή, με το ένα πόδι/με τα δυο πόδια στον τάφο βλ. πόδι, στέλνω/οδηγώ κάποιον στον άλλο κόσμο/στον τάφο/στα θυμαράκια βλ. στέλνω [< αρχ. τάφος, γαλλ. tombe]

-φανής

-φανής, ής, ές {-φανούς | -φανείς (ουδ. -φανή)} (λόγ.) επίθημα επιθέτων που δηλώνει ότι αυτό στο οποίο γίνεται αναφορά 1. φαίνεται να είναι αυτό που δείχνει η πρωτότυπη λέξη: αληθο~/δημοτικο~/πρωτο~.|| (μειωτ.) Σοβαρο~. 2. (κυρ. μτφ.) είναι φανερό, σαφές: εμ~/οφθαλμο~/πασι~/προ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.