Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [1-2]


  • επιφώνημα [ἐπιφώνημα] ε-πι-φώ-νη-μα ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΜΜ. συντακτικά ανεξάρτητο κατά κανόνα μέρος του λόγου, συνήθ. άκλιτη λέξη, που δηλώνει ποικίλα έντονα συναισθήματα: π.χ. άι, άντε, αχ, ουφ, πω πω. [< μτγν. ἐπιφώνημα]
  • επιφωνηματικός , ή, ό [ἐπιφωνηματικός] ε-πι-φω-νη-μα-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που λειτουργεί ως επιφώνημα ή σχετίζεται με αυτό: ~ές: δομές/(εκ)φράσεις/προτάσεις (π.χ. τι ωραία που περάσαμε!, ποιος θα το φανταζόταν!, να ζήσετε! σε καλό μας!). Επιρρήματα με ~ή χρήση (π.χ. ασφαλώς!, όχι βέβαια!). ● επίρρ.: επιφωνηματικά [< μτγν. ἐπιφωνηματικός, γαλλ. exclamatif]