Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • επιφώνημα [ἐπιφώνημα] ε-πι-φώ-νη-μα ουσ. (ουδ.): ΓΡΑΜΜ. συντακτικά ανεξάρτητο κατά κανόνα μέρος του λόγου, συνήθ. άκλιτη λέξη, που δηλώνει ποικίλα έντονα συναισθήματα: π.χ. άι, άντε, αχ, ουφ, πω πω. [< μτγν. ἐπιφώνημα]
  • επιφωνηματικός , ή, ό [ἐπιφωνηματικός] ε-πι-φω-νη-μα-τι-κός επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που λειτουργεί ως επιφώνημα ή σχετίζεται με αυτό: ~ές: δομές/(εκ)φράσεις/προτάσεις (π.χ. τι ωραία που περάσαμε!, ποιος θα το φανταζόταν!, να ζήσετε! σε καλό μας!). Επιρρήματα με ~ή χρήση (π.χ. ασφαλώς!, όχι βέβαια!). ● επίρρ.: επιφωνηματικά [< μτγν. ἐπιφωνηματικός, γαλλ. exclamatif]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.