Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 7 εγγραφές  [0-7]


  • επιχείρημα [ἐπιχείρημα] ε-πι-χεί-ρη-μα ουσ. (ουδ.) {επιχειρήμ-ατος | -ατα, -άτων}: σύνθετος συλλογισμός που αποσκοπεί σε υποστήριξη ή αντίκρουση μιας γνώμης, θέσης, άποψης και οδηγεί συνήθ. σε συμπέρασμα: αδιάσειστο/ακλόνητο/αστείο/ατράνταχτο/(α)βάσιμο/γελοίο/δυνατό/επαρκές/ισχυρό/λογικό/παράλογο/πειστικό/σαθρό/σοβαρό/τεκμηριωμένο ~. Αρνητικά/ατεκμηρίωτα/βασικά/έωλα/θετικά ~ατα. ~ κατά/υπέρ ... Ανάπτυξη/αναίρεση/ανασκευή/ορθότητα/προβολή ~ατος. Ιστορικά ~ατα. Ανταλλαγή/έλλειψη/ένδεια/(αντι)παράθεση/πλήθος/σειρά ~άτων (πβ. επιχειρηματολογία). Διατύπωσε/επικαλέστηκε/πρόβαλε/έφερε το ~ ότι ... ~ που δεν ευσταθεί/πείθει/στέκει.|| Νομικό ~. Το δικαστήριο απέρριψε το ~ ότι ... Βλ. αντ~. [< αρχ. ἐπιχείρημα]
  • επιχειρηματίας [ἐπιχειρηματίας] ε-πι-χει-ρη-μα-τί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {επιχειρηματι-ών}: ιδιοκτήτης επιχείρησης: επιτυχημένος/θεατρικός (πβ. θεατρώνης)/τουριστικός/υποψήφιος ~. Δραστήριοι/δυναμικοί/επιφανείς/κορυφαίοι/πρωτοπόροι ~ες. Μικρομεσαίοι ~ες. ~ες-εκδότες. Ενίσχυση/επιδότηση νέων ~ών. Βλ. μικρο~.|| (ως επίθ.) ~ες: γυναίκες. Πβ. μπίζνεσμαν. [< γαλλ. entrepreneur]
  • επιχειρηματικός , ή, ό [ἐπιχειρηματικός] ε-πι-χει-ρη-μα-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αναφέρεται σε επιχειρηματία ή επιχείρηση: ~ός: κατάλογος/κόσμος/κύκλος/οδηγός/όμιλος/οργανισμός/στίβος/σύνδεσμος/συνεργάτης/σχεδιασμός/τομέας/φορέας/χώρος. ~ή: αμοιβή/ανάπτυξη/αποστολή/δράση/δραστηριότητα/ελίτ/ευφυΐα/ηθική/ιδέα/ικανότητα/καινοτομία/κοινότητα/πρωτοβουλία/στρατηγική/συνάντηση/συνεργασία/τεχνογνωσία. ~ό: δαιμόνιο/ενδιαφέρον/κεφάλαιο/κλίμα/περιβάλλον/πνεύμα (= επιχειρηματικότητα)/πρόγραμμα/συμβούλιο/φόρουμ. ~οί: εταίροι/στόχοι/σύμβουλοι. ~ές: αποφάσεις/ειδήσεις/εξελίξεις/ευκαιρίες/εφαρμογές/συμφωνίες. ~ά: βραβεία/μοντέλα/νέα/πάρκα/συμφέροντα/ταξίδια. Βλ. εμπορικός. ● επίρρ.: επιχειρηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: επιχειρηματικό σχέδιο & επιχειρηματικό πλάνο: γραπτή έκθεση που περιλαμβάνει τις κατευθύνσεις και τους στόχους μιας υπό ίδρυση ή λειτουργία επιχείρησης, καθώς και τα μέσα για την επίτευξή τους. [< αγγλ. business plan] , επιχειρηματικοί άγγελοι: ιδιώτες που επενδύουν χρήματα και χρόνο σε επιχειρήσεις με προοπτικές ανάπτυξης. [< αγγλ. business angels, 1933] , επιχειρηματικός κίνδυνος & επιχειρηματικό ρίσκο: αδυναμία εταιρείας να κάνει ακριβή πρόβλεψη για το αν θα έχει αρκετό ρευστό, ώστε να καλύψει τα λειτουργικά της έξοδα με βάση τη διάθεση των κεφαλαίων της: υψηλός ~ ~. Ανάληψη/διαχείριση ~ού ~ου. [< αγγλ. business risk], επιχειρηματική αριστεία βλ. αριστεία, επιχειρηματική ηθική βλ. ηθική [< πβ. αρχ. ἐπιχειρηματικός ‘που σχετίζεται με τη διαλεκτική επιχειρηματολογία', αγγλ. business, entrepreneurial, γαλλ. ~, 1984]
  • επιχειρηματικότητα [ἐπιχειρηματικότητα] ε-πι-χει-ρη-μα-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. επιχειρηματική δραστηριότητα, επιχειρηματικό πνεύμα: γυναικεία/καινοτομική/κοινωνική (: για την επίλυση κοινωνικών προβλημάτων με επίκεντρο τον άνθρωπο)/μικρομεσαία/πράσινη (: για ήπια αξιοποίηση του φυσικού περιβάλλοντος)/περιβαλλοντική/υγιής ~. Ανταγωνιστικότητα/καινοτομία και ~. Ανάπτυξη/ενθάρρυνση/ενίσχυση/προώθηση/τόνωση/υποστήριξη της ~ας. Βραβείο ~ας. Πβ. επιχειρείν. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: Θυρίδα Νεανικής Επιχειρηματικότητας βλ. θυρίδα [< αγγλ. entrepreneurship, 1915, γαλλ. entrepreneuriat, 1988]
  • επιχειρηματολογία [ἐπιχειρηματολογία] ε-πι-χει-ρη-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ανάπτυξη επιχειρημάτων με σκοπό την υποστήριξη ή αντίκρουση άποψης, θέσης: δομημένη/εμπεριστατωμένη/επιστημονική/λογική/πειστική/πολιτική/πλούσια/σαθρή/σωστή/τεκμηριωμένη ~. Δομή/ενίσχυση της ~ας (βλ. ντιμπέιτ). Αγώνες (πβ. αντιλογία)/διαγωνισμός/πρωτάθλημα ~ας. Η βάση/ο πυρήνας της ~ας του. Αμφισβητούν την ~ του.|| Νομική ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. argumentation]
  • επιχειρηματολογικός , ή, ό [ἐπιχειρηματολογικός] ε-πι-χει-ρη-μα-το-λο-γι-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την επιχειρηματολογία: ~ή: ανάλυση/βάση/δεινότητα/ικανότητα/μέθοδος/στρατηγική/τεκμηρίωση. ● επίρρ.: επιχειρηματολογικά [< γαλλ. argumentatif]
  • επιχειρηματολογώ [ἐπιχειρηματολογῶ] ε-πι-χει-ρη-μα-το-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {επιχειρηματολογ-είς ... | επιχειρηματολόγ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας}: προβάλλω, διατυπώνω, αναπτύσσω επιχειρήματα: ~ επαρκώς/πειστικά πάνω σε ένα θέμα. ~ επί της ουσίας. Πρόσφατες μελέτες ~ούν ότι ... ~ησε με σαφήνεια/στοιχεία/τεκμηριωμένες θέσεις. ~ησαν έντονα/σθεναρά κατά/υπέρ ... Κλήθηκε να ~ήσει σχετικά με ... Βλ. -λογώ. [< γαλλ. argumenter]

αριστεία

αριστεία[ἀριστεία] α-ρι-στεί-α ουσ. (θηλ.): ανώτατη διάκριση: ακαδημαϊκή/επιστημονική/καλλιτεχνική/τεχνολογική ~. ~ στην εκπαίδευση/έρευνα. Βραβεία/δίκτυα/κέντρα/νησίδες/πρότυπο/υποτροφίες ~ας. Τάγματα Αριστείας. ● ΣΥΜΠΛ.: επιχειρηματική αριστεία & αρίστευση: ΟΙΚΟΝ. μοντέλο λειτουργίας επιχείρησης, το οποίο οδηγεί σε ισόρροπη ικανοποίηση των αναγκών όλων των εμπλεκομένων σε αυτή (πελατών, εργαζομένων, προμηθευτών, μετόχων και κοινωνίας) με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητάς της. [< αγγλ. business excellence (model)] [< αρχ. ἀριστεία ‘ανωτερότητα, ανδρεία’, γαλλ.-αγγλ. excellence]

εμπορικός

εμπορικός, ή, ό [ἐμπορικός] ε-μπο-ρι-κός επίθ. 1. ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με το εμπόριο: ~ός: ανταγωνισμός/κλάδος. ~ή: ανάπτυξη/αξία(αγαθού)/διάθεση/διανομή/διαφήμιση/διαχείριση/έκθεση/εκμετάλλευση/ιδιοκτησία/κίνηση/συμφωνία/συνεργασία. ~ό: έλλειμμα/κέρδος/μητρώο/πλεόνασμα. ~οί: δεσμοί (μεταξύ χωρών)/όροι/περιορισμοί (βλ. προστατευτισμός). ~ές: (ανταλλαγές/δραστηριότητες/εφαρμογές/μισθώσεις/πρακτικές/συναλλαγές/σχέσεις/υπηρεσίες/υποθέσεις. ~ά: προϊόντα/συμφέροντα.|| ~ός: σύλλογος. ~ή: ένωση (πβ. καρτέλ)/επιχείρηση. ~ό: επιμελητήριο/τμήμα. ~οί: οίκοι.|| ~ός: στόλος. ~ό: λιμάνι. ~ά: πλοία. ~ή και επιβατική αμαξοστοιχία.|| (ΝΟΜ.) ~ός: Κώδικας. ~ή: νομοθεσία. (ΛΟΓΙΣΤ.) ~ά: βιβλία.|| ~ός: οδηγός. ~ή: αλληλογραφία.|| Πόλη-~ σταθμός. Οικόπεδο για ~ή χρήση.|| ~ός: ακόλουθος (πρεσβείας)/διευθυντής/σύμβουλος. ~οί: επισκέπτες. Βλ. εμπορικό. Βλ. δουλ~, καπν~, λαθρ~, ξυλ~. 2. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) που σημειώνει μεγάλη οικονομική επιτυχία ή αποσκοπεί σε αυτή, συνήθ. σε βάρος της ποιότητας: ~ός: καλλιτέχνης.|| ~ός: κινηματογράφος. ~ή: μουσική/ταινία. Βλ. πουλάει. ΑΝΤ. αντιεμπορικός, ποιοτικός (1) ● επίρρ.: εμπορικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εμπορικό πάρκο: μεγάλος, συνήθ. ανοιχτός χώρος με πολλά συγκεντρωμένα καταστήματα. Πβ. εμπορικό κέντρο. Βλ. βιομηχανικό πάρκο., εμπορικό σήμα : κάθε σημείο (δηλ. λέξεις, ονόματα φυσικών ή νομικών προσώπων, ψευδώνυμα, απεικονίσεις, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, ήχοι και μουσικές φράσεις, το σχήμα του προϊόντος ή της συσκευασίας του) που διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα/ες άλλων: κατοχύρωση εμπορικών ~άτων. Πβ. ετικέτα, μάρκα. ΣΥΝ. λογότυπο, σήμα κατατεθέν (1) [< αγγλ. trade-mark] , εμπορική επωνυμία βλ. επωνυμία, εμπορική εταιρεία βλ. εταιρεία & εταιρία, εμπορική εύνοια βλ. εύνοια, Εμπορικό Δίκαιο βλ. δίκαιο, εμπορικό ισοζύγιο βλ. ισοζύγιο, εμπορικό κέντρο βλ. κέντρο, Εμπορικό Ναυτικό βλ. ναυτικό, εμπορικός αντιπρόσωπος βλ. αντιπρόσωπος, εμπορικός αποκλεισμός βλ. αποκλεισμός, εμπορικός δρόμος βλ. δρόμος [< αρχ. ἐμπορικός, γαλλ.-αγγλ. commercial]

ηθική

ηθική[ἠθική] η-θι-κή ουσ. (θηλ.) 1. το σύνολο των άγραφων κανόνων που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά μιας κοινωνίας και αξιολογούν τις ανθρώπινες πράξεις, βάσει του τι θεωρείται τη δεδομένη εποχή από τα μέλη της ως καλό ή κακό, σωστό ή λάθος, πρέπον ή μη πρέπον, δηλ. κοινωνικά αποδεκτό ή μη· οι αντίστοιχες προσωπικές και υποκειμενικές αξίες και αρχές ανθρώπου (ή ομάδας): βικτωριανή (βλ. πουριτανισμός)/επαναστατική/κανονιστική/σεξουαλική ~. Σύμφωνα με την επικρατούσα/την παραδοσιακή/τη σύγχρονη ~. Κόντρα στην ~. ΣΥΝ. ήθη, ηθικές αρχές.|| Γονείς με άκαμπτη/αυστηρή ~ (= ηθικό κώδικα, βλ. συντηρητισμός). 2. συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από ενάρετα στοιχεία, καλοσύνη, τιμιότητα, αξιοπρέπεια, ακεραιότητα, σύνεση και κυρ. εγκράτεια όσον αφορά τις υλικές και σαρκικές απολαύσεις: άτομο αμφιβόλου/χαμηλής ~ής/με χαλαρή ~ (πβ. ελευθέρων ηθών). ΣΥΝ. αρετή (1), ηθικότητα, ήθος (1), χρηστότητα ΑΝΤ. ανηθικότητα 3. ΦΙΛΟΣ. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Η) ο αντίστοιχος φιλοσοφικός κλάδος (Ηθική Φιλοσοφία), ο οποίος μελετά τις έννοιες του "καλού" και του "κακού", προσπαθώντας να απαντήσει στο ερώτημα ποιο είναι το κριτήριο της ηθικής συμπεριφοράς· η αντίστοιχη διδασκαλία ή θεωρία ή το σχετικό σύγγραμμα: η αριστοτελική/καντιανή/σωκρατική/χριστιανική ~. Εφαρμοσμένη ~ (βλ. βιο~, νευρο~). Δεοντολογική/περιβαλλοντική ~. Πολιτική ~ (: του ατόμου που ασκεί πολιτική δραστηριότητα). Βλ. δόγμα, μετα~. 4. (ειδικότ.) δεοντολογία: επαγγελματική/ιατρική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αμέμπτου ηθικής βλ. άμεμπτος, επιχειρησιακή ηθική βλ. επιχειρησιακός [< μτγν. ἠθικός > ἠθική, γαλλ. morale, éthique, αγγλ. ethics]

θυρίδα

θυρίδαθυ-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ειδική θήκη σε ντουλάπι, χρηματοκιβώτιο που ενοικιάζεται συνήθ. από ιδιώτη για φύλαξη αντικειμένων, κυρ. τιμαλφών: τραπεζική ~/~ σε τράπεζα. ~ θησαυροφυλακίου. Το ξενοδοχείο διαθέτει ~ες ασφαλείας (πβ. χρηματο~).|| ~ γραφείου. ~ σε σταθμό (π.χ. τρένου) για αποσκευές.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ τριών/οκτώ θέσεων (: σε εκτυπωτή). 2. γκισέ. Πβ. ταμείο. 3. ΔΙΑΔΙΚΤ. ο χώρος που βρίσκεται σε κάποιον σέρβερ, συνήθ. του παρόχου, και χρησιμοποιείται για τη διαχείριση των ιμέιλ του χρήστη: ηλεκτρονική ~ (= γραμματο~). ΣΥΝ. γραμματοκιβώτιο (3) 4. (λόγ.) μικρή πόρτα: ~ αερισμού (: σε λεβητοστάσιο). ~ες επίσκεψης εγκαταστάσεων. Βλ. ανθρωπο~. 5. ΖΩΟΛ. καθένα από τα δύο μέρη σε κέλυφος θαλάσσιου οργανισμού. Βλ. δίθυρα (μαλάκια), κλείθρο. ● ΣΥΜΠΛ.: θυρίδα εισερχομένων μηνυμάτων: ΠΛΗΡΟΦ. -ΤΗΛΕΠ. αρχείο στο οποίο αποθηκεύονται μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή τηλεφωνίας. Πβ. εισερχόμενα. [< αγγλ. inbox, 1977] , Θυρίδα Νεανικής Επιχειρηματικότητας (επίσ.): δομή παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών και υποστήριξης για τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων., ταχυδρομική θυρίδα (ακρ. ΤΘ): ατομικό γραμματοκιβώτιο σε ταχυδρομείο που ενοικιάζεται από ιδιώτη, για να κατατίθεται η αλληλογραφία του: Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί στην ~ ~ του ... ΣΥΝ. γραμματοθυρίδα (1) [< 1: αρχ. θυρίς ‘μικρή πόρτα, παραθυράκι’ 3: αγγλ. mailbox]

-λογία

-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός. 2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~. 3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~. 4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.

-λογώ

-λογώ{παθ. -ούμαι κ. (προφ.) -ιέμαι} επίθημα ρημάτων με τη σημασία του 1. μιλώ, εκφράζομαι, κρίνω: δευτερο-λογώ/μελλοντο~/μονο~.|| Ακριβο-λογώ/αοριστο~/γενικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αισχρο-λογώ/θριαμβο~/κακο~/πολυ~.|| Aξιο-λογώ/πιθανο~. 2. αποδίδω, (καθ)ορίζω: χρησμο-λογώ (πβ. -δοτώ).|| Bαθμο-λογώ/δασμο~/κοστο~/τιμο~/φορο~. 3. μαζεύω, συλλέγω, συγκεντρώνω: κορφο-λογώ.|| Ανθο-λογώ/σταχυο~.|| Ναυτο-λογώ/στρατο~. 4. (προφ.) κάνω κάτι με ένταση ή διάρκεια, έχω μια συνήθεια: τραβο-λογώ/χαζο~/χαϊδο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Μπεκρο-λογώ.

-ότητα

-ότητα(λόγ.) επίθημα αφηρημένων θηλυκών ουσιαστικών που δηλώνουν 1. κατάσταση ή χαρακτηριστικό: αυστηρ~/γνησι~/προνοητικ~. Βλ. -ύτητα.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Oσι~/παναγι~. Αγι~/ιερ~ (ΣΥΝ. -οσύνη). 2. (περιληπτ., παράγ. από ουσ.) σύνολο ατόμων με κοινή ιδιότητα: αδελφ~/ανθρωπ~. [< αρχ. -ότης]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.