Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • επονομάζω [ἐπονομάζω] ε-πο-νο-μά-ζω ρ. (μτβ.) {επονόμα-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, μτχ. ενεστ. επονομαζ-όμενος, κυρ. μεσοπαθ.}: δίνω σε κάποιον δεύτερο, επιπρόσθετο όνομα, που συνήθ. χαρακτηρίζει ιδιότητά του: ~στηκε "χαλκέντερος" για το μεγάλο συγγραφικό του έργο. Ηρόδοτος, ο ~όμενος πατέρας της ιστορίας. Ο Κ., ο ~όμενος (= (απο)καλούμενος, (επι)λεγόμενος) και ... Πβ. προσονομάζω. [< αρχ. ἐπονομάζω]