Αναζήτηση
Χρηστικό λεξικό

- εργαλείο [ἐργαλεῖο] ερ-γα-λεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. αντικείμενο, συνήθ. μικρό και μεταλλικό, που χρησιμεύει στην εκτέλεση ορισμένης εργασίας: αλιευτικά/γεωργικά/ηλεκτρικά/ιατρικά/χειρουργικά ~α. ~α κηπουρικής/κοπής/συνεργείου/χειρός. ~α και εξαρτήματα. Κασετίνα ~ων (= εργαλειοθήκη). Πβ. μηχάνημα, όργανο, σύνεργα. Βλ. κατσαβίδι, πολυ~, πριόνι, σφυρί. 2. ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα για δημιουργία, τροποποίηση, ρύθμιση ή ανάλυση άλλων προγραμμάτων: ~ αναζήτησης/απομάκρυνσης ιών/μετάφρασης/σχεδίασης. Γλωσσικά/διαδικτυακά/ψηφιακά ~α. ~α για κατασκευή ιστοσελίδων. 3. (μτφ.) οτιδήποτε χρησιμοποιείται για να διευκολύνει κάποια δραστηριότητα, διαδικασία: απαραίτητο/χρήσιμο ~. Ερμηνευτικά/μεθοδολογικά ~α. Το διαδίκτυο ως ~ εκπαίδευσης/επικοινωνίας. Το λεξικό ως βασικό ~ αναφοράς. Πβ. βοήθημα. 4. (αργκό) αυτοκίνητο ή μοτοσικλέτα. 5. (αργκό) ανδρικό μόριο. ● ΣΥΜΠΛ.: διαγνωστικά εργαλεία βλ. διαγνωστικός, μπάρα εργαλείων βλ. μπάρα, παίκτης-εργαλείο βλ. παίκτης, παίκτρια, παλέτα εργαλείων βλ. παλέτα [< 1: αρχ. ἐργαλεῖον, αγγλ. tool, γαλλ. outil]
- εργαλειοθήκη [ἐργαλειοθήκη] ερ-γα-λει-ο-θή-κη ουσ. (θηλ.): κασετίνα για μεταφορά ή φύλαξη εργαλείων: μεταλλική/πλαστική ~. ~ αλουμινίου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ σχεδίασης. Τα εικονίδια/το μενού της ~ης. || Η ~ του ΟΟΣΑ (: σύνολο μέτρων και προτάσεων ως εργαλεία ανάπτυξης). Βλ. -θήκη. [< πβ. μτγν. ἐργαλοθήκη, αγγλ. toolbox, 1966]
- εργαλειομηχανή [ἐργαλειομηχανή] ερ-γα-λει-ο-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. μηχάνημα διαφόρων τύπων που χρησιμοποιείται για την κατεργασία στερεού υλικού και την κατασκευή αντικειμένων: ~ κάμψης/κοπής/κύρτωσης/λείανσης. ~ές μορφοποίησης μετάλλων. ~ές για ακόνισμα/πριόνισμα/τρόχισμα. Βλ. -μηχανή, πλάνη2, τόρνος. [< γερμ. Werkzeugmaschine]
- εργαλειοποίηση [ἐργαλειοποίηση] ερ-γα-λει-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (αρνητ. συνυποδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εργαλειοποιώ: ~ του ανθρώπου. ~ της γλώσσας/γνώσης. Βλ. εμπορευματοποίηση, -ποίηση. [< γαλλ. instrumentalisation, 1946]
- εργαλειοποιώ [ἐργαλειοποιῶ] ερ-γα-λει-ο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) (αρνητ. συνυποδ.): χρησιμοποιώ κάποιον ή κάτι ως εργαλείο, για ωφελιμιστικούς σκοπούς: Το άτομο ~είται, εξυπηρετώντας τις ανάγκες της παραγωγής. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. instrumentaliser, 1973]
διαγνωστικός
διαγνωστικός, ή, ό δι-α-γνω-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συντελεί στη διάγνωση ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: έλεγχος/εξοπλισμός/τομέας. ~ή: απεικόνιση/έκθεση/εξέταση/έρευνα/μέθοδος/προσέγγιση/συσκευή/τεχνική. ~ό: λάθος/μηχάνημα/τεστ. ~ά: εργαστήρια/κριτήρια/συστήματα. ~ό και θεραπευτικό κέντρο υγείας. Βλ. κυτταρο~, ορο~, ψυχο~. ● Ουσ.: διαγνωστική (η): ΙΑΤΡ. (με κεφαλ. το Δ) κλάδος της Ιατρικής που ασχολείται με τη διάγνωση των ασθενειών: μοριακή ~. Βλ. ακτινο~. ● ΣΥΜΠΛ.: διαγνωστικά εργαλεία: κάθε μέσο ή όργανο που χρησιμοποιείται για την ανίχνευση προβλημάτων ή αδυναμιών: εξειδικευμένα/σύγχρονα ~ ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ~ υπολογιστή.|| (ΙΑΤΡ.) ~ ~ (π.χ. υπέρηχος).|| ~ ~ για εκπαιδευτικούς (π.χ. ερωτηματολόγια, γλωσσικά τεστ). [< μτγν. διαγνωστικός ‘ικανός να ξεχωρίζει’, γαλλ. diagnostique, αγγλ. diagnostic]
εμπορευματοποίηση
εμπορευματοποίηση[ἐμπορευματοποίηση] ε-μπο-ρευ-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμπορευματοποιώ: (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ του ανθρώπινου σώματος/της επιστήμης/των Ολυμπιακών Αγώνων/της παιδείας/των πάντων/του πολιτισμού.|| ~ της παραγωγής. Βλ. μάρκετινγκ, -ποίηση. ΣΥΝ. εμπορικοποίηση [< γαλλ. commercialisation, 1904]
-θήκη
-θήκη: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών για τη δήλωση ειδικής κατασκευής, αντικειμένου ή χώρου όπου τοποθετούνται ή φυλάσσονται αντικείμενα: βιβλιο~/εργαλειο~/καρτελο~/καρτο~/ομπρελο~/παπουτσο~/προσπεκτο~.|| Κλειδο~/μαξιλαρο~.|| Aβγο~ (πβ. αβγουλ-ιέρα).|| Γλυπτο~/πινακο~. Οστεο~ (βλ. οστεο-φυλάκιο).
κατσαβίδι
κατσαβίδικα-τσα-βί-δι ουσ. (ουδ.) {κατσαβιδιού}: ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο για (ξε)βίδωμα, που αποτελείται από λεπτό μεταλλικό άξονα με μακρόστενο το κάτω άκρο του, ώστε να εισχωρεί στην εγκοπή της βίδας, και κυλινδρική πλαστική λαβή στο άνω άκρο του: επαναφορτιζόμενο/ηλεκτρικό/κρουστικό/παλμικό ~. ~ σταυρός (= σταυροκατσάβιδο). Πβ. βιδολόγος, δραπανοκατσάβιδο, καρυδάκι, φιλιέρα. Βλ. κλειδί, μπλακεντέκερ.|| Διάρρηξη/επίθεση με ~. ● Υποκ.: κατσαβιδάκι (το) [< βεν. cazzavide, ιταλ. cacciavite]
-μηχανή
-μηχανήβ' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε μηχανή που 1. κινείται με συγκεκριμένη καύσιμη ύλη ή ενέργεια: ατμο~/βενζινο~/πετρελαιο~. Ηλεκτρο~. 2. έχει ορισμένη χρήση: γραφο~/ζαμπονο~/παγωτο~/πλεκτο~/ραπτο~.|| (συνήθ. μτφ.) Κρεατο~.
μπάρα
μπάραμπά-ρα ουσ. (θηλ.) 1. μακρόστενη ράβδος, συνήθ. από μέταλλο, πλαστικό ή ξύλο, και κατ' επέκτ. καθετί με παρόμοιο σχήμα: σιδερένια ~. ~ αλουμινίου. ~ εκκίνησης (σε αγώνες μοτοκρός). ~ες ασφαλείας (βλ. δρύφακτο)/ελέγχου/οροφής (αυτοκινήτου)/στήριξης/συγκράτησης. Πλευρικές ~ες προστασίας. Αυτόματες/τηλεχειριζόμενες ~ες παρεμπόδισης στάθμευσης. (παλαιότ.) ~ πόρτας (πβ. α~, σύρτης).|| (ΑΘΛ.) Λυγιζόμενη ~. ~ γυμναστικής. Άρσεις ~ας. Ασκήσεις/εκτάσεις/κάμψεις με ~. Διατάσεις πάνω στην ~. ~ χορού (: οριζόντια δοκός σε τοίχο για διατήρηση της ισορροπίας). Ασύμμετρες/παράλληλες ~ες (πβ. ζυγός).|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ δημητριακών/σοκολάτας. 2. ΤΥΠΟΓΡ. γραμμή κάθετη ή πλάγια που τίθεται ως διαχωριστικό: διπλή/μονή ~. Πβ. κάθετος. 3. στενόμακρη ξύλινη κατασκευή σε χώρο διασκέδασης, πάνω στην οποία ακουμπούν συνήθ. οι πελάτες το ποτό τους. Βλ. μπαρ, πάγκος. ● ΣΥΜΠΛ.: μπάρα εργαλείων : ΠΛΗΡΟΦ. σειρά εικονιδίων στην οθόνη του υπολογιστή που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες εντολές και λειτουργίες. [< αγγλ. toolbar, 1989] , μπάρα κύλισης: ΠΛΗΡΟΦ. ένδειξη μετακίνησης παραθύρου σε οθόνη υπολογιστή: κάθετη/οριζόντια ~ ~. [< αγγλ. scroll bar] , μπάρα πανικού: οριζόντια βέργα στο εσωτερικό πόρτας που οδηγεί σε έξοδο κινδύνου και ανοίγει κατόπιν πίεσης: ~ ~ και σύστημα αυτόματης επαναφοράς της θύρας. [< αγγλ. panic bar] ● ΦΡ.: πίσω από τις μπάρες 1. στη φυλακή. 2. ενν. του μπαρ: Ξεκίνησε δουλεύοντας ~ ~ (: ως μπάρμαν). [< 1: αγγλ. behind bars, 1914] [< μεσν. μπάρα, γαλλ. barre]
παίκτης, παίκτρια
παίκτης, παίκτριαπαί-κτης ουσ. (αρσ. + θηλ.) & παίχτης, παίχτρια 1. αθλητής που παίζει κάποιο ομαδικό συνήθ. άθλημα· πρόσωπο που συμμετέχει, επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά, σε παιχνίδι: ακριβοπληρωμένος/αμυντικός/αναπληρωματικός/διεθνής/έμπειρος/επιθετικός/κορυφαίος ~. ~ του βόλεϊ/τένις. Ο πιο πολύτιμος ~ (βλ. MVP). Ο καλύτερος ~ του αγώνα/της διοργάνωσης/της ομάδας/της χρονιάς. ~-ορχήστρα (: εξαιρετικά ικανός, που μπορεί να επιτελέσει εξίσου καλά διάφορους ρόλους). Αγορά ~ών. Βλ. συμ~.|| Το σκάκι παίζεται με δύο ~ες.|| ~ του καζίνο/του πόκερ (πβ. τζογαδόρος, χαρτο~). 2. ΟΙΚΟΝ. πρόσωπο ή επιχείρηση που ασκεί επιρροή σε ορισμένο κλάδο της αγοράς: περιφερειακός ~. ● Υποκ.: παικτάκι & παιχτάκι (το) (συνήθ. μειωτ.) ● Μεγεθ.: παικταράς & παιχταράς (ο) (επιτατ.): Πβ. παιχτρόνι. ● ΣΥΜΠΛ.: παίκτης-εργαλείο: (κυρ. στο ποδόσφαιρο) με πολλαπλά προσόντα, που χρησιμοποιείται με επιτυχία σε διάφορες θέσεις και διακρίνεται για το ομαδικό του πνεύμα: ~ ~ για κάθε προπονητή. Έκλεισε/πήρε έναν ~η-~ο. Προτιμά να δουλεύει με ~ες-~α παρά με ονόματα. ● ΦΡ.: είσαι παίκτης! (αργκό): ως έκφραση θαυμασμού για τις ικανότητες κάποιου: ~ μεγάλος ~! [< μτγν. παίκτης 2: αμερικ. player, 1934]
παλέτα
παλέταπα-λέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. επίπεδη, λεπτή και λεία επιφάνεια, συνήθ. με τρύπα για τον αντίχειρα ή/και θήκες, πάνω στην οποία ο ζωγράφος αναμειγνύει τα χρώματα: ξύλινη/πλαστική ~. 2. (συνεκδ.) χρωματική ποικιλία που χρησιμοποιείται από ζωγράφο ή σχολή ή που χαρακτηρίζει ένα έργο. 3. (κατ' επέκτ.) ειδική συσκευασία που περιλαμβάνει χρώματα και άλλα καλλυντικά προϊόντα για μακιγιάζ: Σκιές ματιών σε ~. 4. ΤΕΧΝΟΛ. κινητή πλατφόρμα, συνήθ. από σανίδες, για φόρτωση, μεταφορά και στοίβαγμα βαριών φορτίων, η οποία ανυψώνεται και μετακινείται με τη βοήθεια περονοφόρου. Βλ. παλετοφόρο, -έτα. ● ΣΥΜΠΛ.: παλέτα εργαλείων: ΠΛΗΡΟΦ. το σύνολο των διαθέσιμων εργαλείων γραφικού προγράμματος., παλέτα χρωμάτων: ΠΛΗΡΟΦ. πίνακας αντιστοίχισης των αριθμών, που είναι αποθηκευμένοι για κάθε εικονοστοιχείο, και των αποχρώσεων που καθορίζουν το χρώμα του καθενός από αυτά. [< αγγλ. colour palette] [< γαλλ. palette]
-ποιώ
-ποιώ(λόγ.) β' συνθετικό ρημάτων με τη σημασία του 1. κάνω κάτι: αξιο~ (βλ. -λογώ)/γνωστο~/ενοχο~/εντατικο~/ποινικο~.|| (με πρόθ.) Εκ~. 2. δίνω συγκεκριμένη μορφή: ψηφιο~.
πολυ- & πολύ-
πολυ- & πολύ-α' συνθετικό λέξεων για δήλωση 1. μεγάλου αριθμού, πλήθους: πολύ-γλωσσος (βλ. δί-, τρί-).|| Πολυ-θέαμα (βλ. υπερ-).|| Πολυ-θεϊσμός (ΑΝΤ. μονο-).|| Πολυ-δακτυλία. 2. επίτασης: πολυ-δάπανος. Πολύ-ωρος (ΑΝΤ. ολιγό-).|| (μτφ.) Πολυ-δύναμος/~ζήτητος (πβ. περι-). 3. μετριασμού της σημασίας που εκφράζει το β' συνθετικό: (ρηματικά σύνθ., σε αρνητ. προτάσεις) Δεν μου πολυ-αρέσει/~κάνει/~πάει. Βλ. καλο-, παρα-. 4. πολλαπλών λειτουργιών: πολυ-εργαλείο/~μηχάνημα/~συσκευή/~χάπι.
πριόνι
πριόνιπρι-ό-νι ουσ. (ουδ.) {πριον-ιού}: εργαλείο ή συσκευή με μεταλλική οδοντωτή λεπίδα, που τίθεται σε συνεχή κίνηση και χρησιμοποιείται για την κοπή κυρ. ξύλου ή μετάλλου: ηλεκτρικό/μηχανικό/σπαστό/συρμάτινο ~. ~ επιβίωσης/κλαδέματος/χειρός (= χειροπρίονο). Λάμες ~ιού.|| Χειρουργικό ~. Βλ. σέγα, σιδηροπρίονο.● ΣΥΜΠΛ.: μουσικό πριόνι: ΜΟΥΣ. ευλύγιστο πριόνι που παίζεται με δοξάρι βιολιού ή σφυρί [< αγγλ. musical saw, 1910, γαλλ.scie musicale, 1928] ● Υποκ.: πριονάκι (το) [< μτγν. πριόνιον < αρχ. πρίων, γεν. πρίονος]
σφυρί
σφυρίσφυ-ρί ουσ. (ουδ.) {σφυρ-ιού | -ιών}: εργαλείο χειρός με ξύλινη συνήθ. λαβή, στην υποδοχή της οποίας έχει ενσωματωθεί πλατιά, σιδερένια κεφαλή και χρησιμοποιείται κυρ. για κάρφωμα ή στερέωση: ~ μπάλας (: για κοσμήματα)/πένας (: για φανοποιούς). Έμπηξε με το ~ ένα καρφί στον τοίχο. Με ~ και καλέμι. Πβ. σφύρα. Βλ. βαριά, βαριοπούλα, ματρακάς, ματσακόνι, ματσόλα, ξυλόσφυρο.|| Υδραυλικό ~. ● Υποκ.: σφυράκι (το): (παλαιότ.) το ~ του γιατρού/του ψυχιάτρου. ● ΦΡ.: βγάζω/βγαίνει (κάτι) στο σφυρί (προφ.): πουλώ/πουλιέται σε δημοπρασία ή σε πολύ χαμηλή τιμή: Το σπίτι τους βγήκε ~ λόγω χρεών. Πβ. εκποιώ, ξεπουλώ. ΣΥΝ. εκπλειστηριάζω [< μεσν. σφυρί < μτγν. σφυρίον < αρχ. σφῦρα]