διαγνωστικός, ή, ό δι-α-γνω-στι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που συντελεί στη διάγνωση ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: έλεγχος/εξοπλισμός/τομέας. ~ή: απεικόνιση/έκθεση/εξέταση/έρευνα/μέθοδος/προσέγγιση/συσκευή/τεχνική. ~ό: λάθος/μηχάνημα/τεστ. ~ά: εργαστήρια/κριτήρια/συστήματα. ~ό και θεραπευτικό κέντρο υγείας. Βλ. κυτταρο~, ορο~, ψυχο~. ● Ουσ.: διαγνωστική (η): ΙΑΤΡ. (με κεφαλ. το Δ) κλάδος της Ιατρικής που ασχολείται με τη διάγνωση των ασθενειών: μοριακή ~. Βλ. ακτινο~. ● ΣΥΜΠΛ.: διαγνωστικά εργαλεία: κάθε μέσο ή όργανο που χρησιμοποιείται για την ανίχνευση προβλημάτων ή αδυναμιών: εξειδικευμένα/σύγχρονα ~ ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ ~ υπολογιστή.|| (ΙΑΤΡ.) ~ ~ (π.χ. υπέρηχος).|| ~ ~ για εκπαιδευτικούς (π.χ. ερωτηματολόγια, γλωσσικά τεστ). [< μτγν. διαγνωστικός ‘ικανός να ξεχωρίζει’, γαλλ. diagnostique, αγγλ. diagnostic]
εμπορευματοποίηση[ἐμπορευματοποίηση] ε-μπο-ρευ-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εμπορευματοποιώ: (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) ~ του ανθρώπινου σώματος/της επιστήμης/των Ολυμπιακών Αγώνων/της παιδείας/των πάντων/του πολιτισμού.|| ~ της παραγωγής. Βλ. μάρκετινγκ, -ποίηση. ΣΥΝ. εμπορικοποίηση [< γαλλ. commercialisation, 1904]
-θήκη: β' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών για τη δήλωση ειδικής κατασκευής, αντικειμένου ή χώρου όπου τοποθετούνται ή φυλάσσονται αντικείμενα: βιβλιο~/εργαλειο~/καρτελο~/καρτο~/ομπρελο~/παπουτσο~/προσπεκτο~.|| Κλειδο~/μαξιλαρο~.|| Aβγο~ (πβ. αβγουλ-ιέρα).|| Γλυπτο~/πινακο~. Οστεο~ (βλ. οστεο-φυλάκιο).
κατσαβίδικα-τσα-βί-δι ουσ. (ουδ.) {κατσαβιδιού}: ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο για (ξε)βίδωμα, που αποτελείται από λεπτό μεταλλικό άξονα με μακρόστενο το κάτω άκρο του, ώστε να εισχωρεί στην εγκοπή της βίδας, και κυλινδρική πλαστική λαβή στο άνω άκρο του: επαναφορτιζόμενο/ηλεκτρικό/κρουστικό/παλμικό ~. ~ σταυρός (= σταυροκατσάβιδο). Πβ. βιδολόγος, δραπανοκατσάβιδο, καρυδάκι, φιλιέρα. Βλ. κλειδί, μπλακεντέκερ.|| Διάρρηξη/επίθεση με ~. ● Υποκ.: κατσαβιδάκι (το) [< βεν. cazzavide, ιταλ. cacciavite]
-μηχανήβ' συνθετικό θηλυκών ουσιαστικών με αναφορά σε μηχανή που 1. κινείται με συγκεκριμένη καύσιμη ύλη ή ενέργεια: ατμο~/βενζινο~/πετρελαιο~. Ηλεκτρο~. 2. έχει ορισμένη χρήση: γραφο~/ζαμπονο~/παγωτο~/πλεκτο~/ραπτο~.|| (συνήθ. μτφ.) Κρεατο~.
μπάραμπά-ρα ουσ. (θηλ.) 1. μακρόστενη ράβδος, συνήθ. από μέταλλο, πλαστικό ή ξύλο, και κατ' επέκτ. καθετί με παρόμοιο σχήμα: σιδερένια ~. ~ αλουμινίου. ~ εκκίνησης (σε αγώνες μοτοκρός). ~ες ασφαλείας (βλ. δρύφακτο)/ελέγχου/οροφής (αυτοκινήτου)/στήριξης/συγκράτησης. Πλευρικές ~ες προστασίας. Αυτόματες/τηλεχειριζόμενες ~ες παρεμπόδισης στάθμευσης. (παλαιότ.) ~ πόρτας (πβ. α~, σύρτης).|| (ΑΘΛ.) Λυγιζόμενη ~. ~ γυμναστικής. Άρσεις ~ας. Ασκήσεις/εκτάσεις/κάμψεις με ~. Διατάσεις πάνω στην ~. ~ χορού (: οριζόντια δοκός σε τοίχο για διατήρηση της ισορροπίας). Ασύμμετρες/παράλληλες ~ες (πβ. ζυγός).|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) ~ δημητριακών/σοκολάτας. 2. ΤΥΠΟΓΡ. γραμμή κάθετη ή πλάγια που τίθεται ως διαχωριστικό: διπλή/μονή ~. Πβ. κάθετος. 3. στενόμακρη ξύλινη κατασκευή σε χώρο διασκέδασης, πάνω στην οποία ακουμπούν συνήθ. οι πελάτες το ποτό τους. Βλ. μπαρ, πάγκος. ● ΣΥΜΠΛ.: μπάρα εργαλείων : ΠΛΗΡΟΦ. σειρά εικονιδίων στην οθόνη του υπολογιστή που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες εντολές και λειτουργίες. [< αγγλ. toolbar, 1989] , μπάρα κύλισης: ΠΛΗΡΟΦ. ένδειξη μετακίνησης παραθύρου σε οθόνη υπολογιστή: κάθετη/οριζόντια ~ ~. [< αγγλ. scroll bar] , μπάρα πανικού: οριζόντια βέργα στο εσωτερικό πόρτας που οδηγεί σε έξοδο κινδύνου και ανοίγει κατόπιν πίεσης: ~ ~ και σύστημα αυτόματης επαναφοράς της θύρας. [< αγγλ. panic bar] ● ΦΡ.: πίσω από τις μπάρες 1. στη φυλακή. 2. ενν. του μπαρ: Ξεκίνησε δουλεύοντας ~ ~ (: ως μπάρμαν). [< 1: αγγλ. behind bars, 1914] [< μεσν. μπάρα, γαλλ. barre]
παιχτρόνι
παί-κτης ουσ. (αρσ. + θηλ.) & παίχτης, παίχτρια 1. αθλητής που παίζει κάποιο ομαδικό συνήθ. άθλημα· πρόσωπο που συμμετέχει, επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά, σε παιχνίδι: ακριβοπληρωμένος/αμυντικός/αναπληρωματικός/διεθνής/έμπειρος/επιθετικός/κορυφαίος ~. ~ του βόλεϊ/τένις. Ο πιο πολύτιμος ~ (βλ. MVP). Ο καλύτερος ~ του αγώνα/της διοργάνωσης/της ομάδας/της χρονιάς. ~-ορχήστρα (: εξαιρετικά ικανός, που μπορεί να επιτελέσει εξίσου καλά διάφορους ρόλους). Αγορά ~ών. Βλ. συμ~.|| Το σκάκι παίζεται με δύο ~ες.|| ~ του καζίνο/του πόκερ (πβ. τζογαδόρος, χαρτο~). 2. ΟΙΚΟΝ. πρόσωπο ή επιχείρηση που ασκεί επιρροή σε ορισμένο κλάδο της αγοράς: περιφερειακός ~. ● Υποκ.: παικτάκι & παιχτάκι (το) (συνήθ. μειωτ.) ● Μεγεθ.: παικταράς & παιχταράς (ο) (επιτατ.): Πβ. παιχτρόνι. ● ΣΥΜΠΛ.: παίκτης-εργαλείο: (κυρ. στο ποδόσφαιρο) με πολλαπλά προσόντα, που χρησιμοποιείται με επιτυχία σε διάφορες θέσεις και διακρίνεται για το ομαδικό του πνεύμα: ~ ~ για κάθε προπονητή. Έκλεισε/πήρε έναν ~η-~ο. Προτιμά να δουλεύει με ~ες-~α παρά με ονόματα. ● ΦΡ.: είσαι παίκτης! (αργκό): ως έκφραση θαυμασμού για τις ικανότητες κάποιου: ~ μεγάλος ~! [< μτγν. παίκτης 2: αμερικ. player, 1934]
παλέταπα-λέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. επίπεδη, λεπτή και λεία επιφάνεια, συνήθ. με τρύπα για τον αντίχειρα ή/και θήκες, πάνω στην οποία ο ζωγράφος αναμειγνύει τα χρώματα: ξύλινη/πλαστική ~. 2. (συνεκδ.) χρωματική ποικιλία που χρησιμοποιείται από ζωγράφο ή σχολή ή που χαρακτηρίζει ένα έργο. 3. (κατ' επέκτ.) ειδική συσκευασία που περιλαμβάνει χρώματα και άλλα καλλυντικά προϊόντα για μακιγιάζ: Σκιές ματιών σε ~. 4. ΤΕΧΝΟΛ. κινητή πλατφόρμα, συνήθ. από σανίδες, για φόρτωση, μεταφορά και στοίβαγμα βαριών φορτίων, η οποία ανυψώνεται και μετακινείται με τη βοήθεια περονοφόρου. Βλ. παλετοφόρο, -έτα. ● ΣΥΜΠΛ.: παλέτα εργαλείων: ΠΛΗΡΟΦ. το σύνολο των διαθέσιμων εργαλείων γραφικού προγράμματος., παλέτα χρωμάτων: ΠΛΗΡΟΦ. πίνακας αντιστοίχισης των αριθμών, που είναι αποθηκευμένοι για κάθε εικονοστοιχείο, και των αποχρώσεων που καθορίζουν το χρώμα του καθενός από αυτά. [< αγγλ. colour palette] [< γαλλ. palette]
-ποιώ(λόγ.) β' συνθετικό ρημάτων με τη σημασία του 1. κάνω κάτι: αξιο~ (βλ. -λογώ)/γνωστο~/ενοχο~/εντατικο~/ποινικο~.|| (με πρόθ.) Εκ~. 2. δίνω συγκεκριμένη μορφή: ψηφιο~.
πολυ- & πολύ-α' συνθετικό λέξεων για δήλωση 1. μεγάλου αριθμού, πλήθους: πολύ-γλωσσος (βλ. δί-, τρί-).|| Πολυ-θέαμα (βλ. υπερ-).|| Πολυ-θεϊσμός (ΑΝΤ. μονο-).|| Πολυ-δακτυλία. 2. επίτασης: πολυ-δάπανος. Πολύ-ωρος (ΑΝΤ. ολιγό-).|| (μτφ.) Πολυ-δύναμος/~ζήτητος (πβ. περι-). 3. μετριασμού της σημασίας που εκφράζει το β' συνθετικό: (ρηματικά σύνθ., σε αρνητ. προτάσεις) Δεν μου πολυ-αρέσει/~κάνει/~πάει. Βλ. καλο-, παρα-. 4. πολλαπλών λειτουργιών: πολυ-εργαλείο/~μηχάνημα/~συσκευή/~χάπι.
πριόνιπρι-ό-νι ουσ. (ουδ.) {πριον-ιού}: εργαλείο ή συσκευή με μεταλλική οδοντωτή λεπίδα, που τίθεται σε συνεχή κίνηση και χρησιμοποιείται για την κοπή κυρ. ξύλου ή μετάλλου: ηλεκτρικό/μηχανικό/σπαστό/συρμάτινο ~. ~ επιβίωσης/κλαδέματος/χειρός (= χειροπρίονο). Λάμες ~ιού.|| Χειρουργικό ~. Βλ. σέγα, σιδηροπρίονο.● ΣΥΜΠΛ.: μουσικό πριόνι: ΜΟΥΣ. ευλύγιστο πριόνι που παίζεται με δοξάρι βιολιού ή σφυρί [< αγγλ. musical saw, 1910, γαλλ.scie musicale, 1928] ● Υποκ.: πριονάκι (το) [< μτγν. πριόνιον < αρχ. πρίων, γεν. πρίονος]
σφυρίσφυ-ρί ουσ. (ουδ.) {σφυρ-ιού | -ιών}: εργαλείο χειρός με ξύλινη συνήθ. λαβή, στην υποδοχή της οποίας έχει ενσωματωθεί πλατιά, σιδερένια κεφαλή και χρησιμοποιείται κυρ. για κάρφωμα ή στερέωση: ~ μπάλας (: για κοσμήματα)/πένας (: για φανοποιούς). Έμπηξε με το ~ ένα καρφί στον τοίχο. Με ~ και καλέμι. Πβ. σφύρα. Βλ. βαριά, βαριοπούλα, ματρακάς, ματσακόνι, ματσόλα, ξυλόσφυρο.|| Υδραυλικό ~. ● Υποκ.: σφυράκι (το): (παλαιότ.) το ~ του γιατρού/του ψυχιάτρου. ● ΦΡ.: βγάζω/βγαίνει (κάτι) στο σφυρί (προφ.): πουλώ/πουλιέται σε δημοπρασία ή σε πολύ χαμηλή τιμή: Το σπίτι τους βγήκε ~ λόγω χρεών. Πβ. εκποιώ, ξεπουλώ. ΣΥΝ. εκπλειστηριάζω [< μεσν. σφυρί < μτγν. σφυρίον < αρχ. σφῦρα]
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ