Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • εργασία [ἐργασία] ερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.) {εργασιών} 1. αμειβόμενη παραγωγή αγαθών και προσφορά υπηρεσιών για την κάλυψη ατομικών και συλλογικών αναγκών· ειδικότ. επαγγελματική θέση: αναγκαστική/ανασφάλιστη/ανειδίκευτη/ανεξάρτητη/ανθυγιεινή/βιοποριστική/δεύτερη/ελεύθερη/ενοικιαζόμενη/εξαρτημένη/εξειδικευμένη/επισφαλής/εποχιακή/ευκαιριακή/καθιστική/καλοπληρωμένη/κανονική (βλ. υπερωρία)/μισθωτή/νυχτερινή/προσωρινή/υποχρεωτική/φτηνή ~. Αγγελίες/αίτηση/αμοιβή (= αποδοχές, μισθός)/ευέλικτες ρυθμίσεις/ευκαιρίες/εύρεση/ζήτηση/παραγωγικότητα/περιβάλλον/προσφορά/συμβόλαιο/συνθήκες ~ας. ~ και ασφάλιση/καριέρα/στρες. ~ μερικής (πβ. παρτ-τάιμ)/πλήρους (πβ. φουλ-τάιμ) απασχόλησης. Κατ' οίκον ~/~ από το/στο σπίτι (πβ. τηλ~). Συνεχής ~ ή κατά/με βάρδιες. ~ με το κομμάτι. Ώρες ~ας (= ωράριο). Προκήρυξη θέσεων ~ας. Ρούχα ~ας. Σύσταση ομάδας ~ας (πβ. ομάδα δράσης). Με προσωπική ~. Βρίσκω/ζητώ/ψάχνω ~ (= δουλειά). Μένω χωρίς ~ (πβ. άνεργος). Ο κόσμος της ~ας (= οι εργαζόμενοι).|| (συνεκδ.) Ασφάλεια και υγεία στην ~ (ενν. στον χώρο ~ας, π.χ. γραφείο, εργοστάσιο). Κοινωνιολογία/ψυχολογία της ~ας.|| (ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ.) Άδεια/κάρτα ~ας. Δικαίωμα στην ~. Πβ. επάγγελμα, επιτήδευμα. Βλ. ναυτ~, προ~, ρεπό, συν~, υπερ~. || Υπουργείο ~ας και Κοινωνικών Υποθέσεων. 2. κάθε σωματική ή/και πνευματική δραστηριότητα για την εκτέλεση ενός έργου: άμισθη/δημιουργική/εθελοντική/πνευματική/χειρωνακτική ~. Επιτροπή ~ας. Αναλαμβάνω μια ~ (πβ. υποχρέωση). Του ανατέθηκε ως ~ (= αποστολή) να ... Πβ. ασχολία, ενασχόληση.|| (σπάν.) Η ~ του μαρμάρου/του ξύλου (= κατ~). 3. (ειδικότ.) μελέτη, πραγματεία, πνευματική ή καλλιτεχνική δημιουργία: γραπτή/επιστημονική/ερευνητική/μεταπτυχιακή/περιβαλλοντική/πρωτότυπη/σχολική ~. Αναρτημένες (πβ. πόστερ)/ατομικές/ομαδικές ~ες. Αξιολόγηση/δακτυλογράφηση/δημοσίευση/δομή/εκπόνηση/παρουσίαση/περίληψη ~ας. Ασκήσεις-~ες εξαμήνου/μαθητών/φοιτητών. Ανάθεση/βράβευση/υποβολή ~ών. Βλ. διατριβή.εργασίες (οι) 1. σύνολο δραστηριοτήτων που απαιτούν σωματικό ή και πνευματικό μόχθο και συνοδεύονται από συγκεκριμένα μέσα για την παραγωγή ενός έργου: αγροτικές/αρχαιολογικές/ξυλουργικές/οικιακές/οικοδομικές/προγραμματισμένες/προπαρασκευαστικές/τεχνικές/χωματουργικές ~. ~ αναβάθμισης/αποκατάστασης βλάβης/διάνοιξης σήραγγας/καθαρισμού/συντήρησης (αρχαιοτήτων). ~ μεγάλης/μικρής κλίμακας. ~ σε εξέλιξη. Αναστολή/έκθεση προόδου/εκτέλεση/έναρξη/καθυστέρηση/κατανομή/κοστολόγηση/λήξη/ολοκλήρωση/πλάνο/πορεία/πρόγραμμα ~ών. Διακοπή της κυκλοφορίας/προβλήματα υδροδότησης λόγω ~ών. Οι ~ μιας επιχείρησης (= η ακτίνα δράσης της). 2. συζητήσεις, διαπραγματεύσεις, θέματα που διευθετούνται από αρμόδιο όργανο: Άρχισαν/συνεχίζονται/ολοκληρώθηκαν οι ~ της ημερίδας/της ολομέλειας/του συνεδρίου/της συνέλευσης/της συνόδου. ● Υποκ.: εργασιούλα (η) (οικ.): κυρ. στη σημ. 3. ● ΣΥΜΠΛ.: εργασία υπαίθρου: πρακτική εργασία που διεξάγεται από ερευνητή στην ύπαιθρο· συλλογή δεδομένων από εξωτερικές πηγές, μακριά από εργαστήρια, πανεπιστήμια, σχολεία: ~ ~ για μελέτη του εδάφους. , κυκλική εργασία: μοντέλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που βασίζεται στη συνεχή κατάρτιση των ανέργων, ώστε να αντικαθιστούν εργαζομένους σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όταν οι τελευταίοι απουσιάζουν από τη δουλειά τους με γονική, εκπαιδευτική ή άλλη άδεια. Βλ. διά βίου εκπαίδευση. [< αγγλ. job rotation, 1963] , μαύρη εργασία: αδήλωτη στην εφορία, ανασφάλιστη: ~ ~ αλλοδαπών/μεταναστών. Βλ. παραοικονομία, φοροδιαφυγή., μονάδα εργασίας: το μικρότερο μετρήσιμο τμήμα της παραγωγής: αμοιβή/κόστος κατά ~ ~., παιδική εργασία: ΝΟΜ. απασχόληση παιδιών που δεν έχουν συμπληρώσει το νομικά καθορισμένο κατώτερο όριο ηλικίας για εργασία: ~ ~ και ανθρώπινα δικαιώματα. Παγκόσμια Ημέρα κατά της ~ής ~ας (: 12η Ιουνίου). Βλ. παιδιά των φαναριών. [< αγγλ. child labor, 1817] , αγορά εργασίας βλ. αγορά, απαλλακτική εργασία/πρόοδος βλ. απαλλακτικός, γεύμα εργασίας βλ. γεύμα, διπλωματική εργασία βλ. διπλωματικός, Εθνικός Οργανισμός Εργασίας βλ. οργανισμός, εξωτερικές εργασίες βλ. εξωτερικός, Επιθεώρηση Εργασίας/Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας βλ. επιθεώρηση, επίσχεση εργασίας βλ. επίσχεση, επιφάνεια εργασίας βλ. επιφάνεια, ιατρική της εργασίας βλ. ιατρική, καταμερισμός (της) εργασίας βλ. καταμερισμός, καταναγκαστικά έργα βλ. καταναγκαστικός, κοινωνική εργασία βλ. κοινωνικός, κύκλος εργασιών βλ. κύκλος, κυψέλη εργασίας βλ. κυψέλη, ομάδα εργασίας βλ. ομάδα, πάγκος εργασίας βλ. πάγκος, πραγματικός χρόνος εργασίας βλ. πραγματικός, πτυχιακή εργασία βλ. πτυχιακός, σταθμός εργασίας βλ. σταθμός, στάση εργασίας βλ. στάση, σύμβαση (εργασίας) βλ. σύμβαση, συνάντηση εργασίας βλ. συνάντηση, υπόθεση εργασίας βλ. υπόθεση, φόρτος εργασίας βλ. φόρτος, φύλλο εργασίας βλ. φύλλο ● ΦΡ.: εργασία για το σπίτι: ερώτηση ή άσκηση που πρέπει να απαντηθεί ή να επιλυθεί αντίστοιχα από τους μαθητές στο σπίτι τους., εργασία και χαρά!: για να δηλωθεί ευχαρίστηση κατά την εκτέλεση μιας εργασίας. [< αρχ. ἐργασία, γαλλ. travail, αγγλ. work, labor]
  • εργασιακός , ή, ό [ἐργασιακός] ερ-γα-σι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με εργασία: ~ός: βίος/νόμος/φόρτος/χρόνος/χώρος. ~ή: (αν)ασφάλεια/απασχόληση/ικανοποίηση/πείρα. ~ό: δίκαιο/καθεστώς/μέλλον/περιβάλλον/στρες. ~οί: κανόνες/σύμβουλοι. ~ές: συμβάσεις/συνθήκες. ~ά: δικαιώματα/καθήκοντα. ● επίρρ.: εργασιακά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: εργασιακές σχέσεις: που αναπτύσσονται μεταξύ εργοδοτών-εργαζομένων: ελαστικές/ευέλικτες ~ ~. Βελτίωση/διασφάλιση/ρύθμιση/σύστημα των ~ών ~εων. [< αγγλ. labour relations, 1943] , βιομηχανική ψυχολογία βλ. ψυχολογία, επαγγελματική κινητικότητα βλ. κινητικότητα, εργασιακή εφεδρεία βλ. εφεδρεία

αγορά

αγορά[ἀγορά] α-γο-ρά ουσ. (θηλ.) 1. απόκτηση αγαθών έναντι χρημάτων και συνεκδ. ό,τι αποκτά κάποιος, καταβάλλοντας χρηματικό ποσό: επιτυχημένη/λιανική/νόμιμη/παράνομη/συμφέρουσα/χονδρική ~. Δικαίωμα/ολοκλήρωση/συμβόλαιο/τιμή/τρόποι ~άς. ~ ελπίδας (βλ. εμπόριο ελπίδας). Ακριβές/έξυπνες (πβ. συμφέρουσες)/καθημερινές/χριστουγεννιάτικες ~ές (πβ. ψώνια). ~ές με δόσεις/πιστωτική κάρτα/τοις μετρητοίς. ~ές μέσω διαδικτύου. Διαμερίσματα προς ~. Στεγαστικά δάνεια για ~ πρώτης κατοικίας. Ακυρώνω/κλείνω μια ~. Έκανα/πραγματοποίησα μια καλή/σημαντική ~. Κάνω τις ~ές μου στο κέντρο (πβ. αγοράζω, ψωνίζω). ~ές άνω των ... ευρώ. Βλ. εξ~, προ~, τηλε~. ΑΝΤ. πώληση 2. ΟΙΚΟΝ. μηχανισμός μέσω του οποίου οι αγοραστές και οι πωλητές επικοινωνούν και δραστηριοποιούνται, για να ανταλλάξουν προϊόντα ή υπηρεσίες· ειδικότ. σύνολο συνθηκών που σχετίζονται με την παραγωγή και το εμπόριο συγκεκριμένου αγαθού ή υπηρεσίας σε μια χώρα ή δεδομένη γεωγραφική περιοχή: ανεπτυγμένη/διεθνής/εγχώρια/εθνική/ελληνική/εσωτερική/κορεσμένη/παγκόσμια/τουριστική/τραπεζική/χρηματιστηριακή (: χρηματιστήριο) ~. Ψηφιακή ενιαία ~ (της Ευρωπαϊκής Ένωσης). ~ αξιών (: απόκτηση μετοχών)/ακινήτων/βιβλίων/ενέργειας/οικοπέδου/ομολόγων/χρήματος (ΣΥΝ. χρηματαγορά). Εικόνα/εκσυγχρονισμός/επάρκεια/κατάσταση/τάσεις/τομείς (της) ~άς. Ανατροπές/(αυξημένη) κίνηση/έλεγχοι/κρίση/στασιμότητα στην ~ (βλ. αγοραστικός). Επικίνδυνα προϊόντα αποσύρονται από την/εντοπίστηκαν στην/κυκλοφορούν (/λανσάρονται) στην ~. Η ~ κατακλύζεται από κινέζικα προϊόντα. Οι τιμές κυμαίνονται στην ~ από ... έως ... ευρώ. Ευνοϊκές συνθήκες επικρατούν στην ~. Βούλιαξε η ~ (= περνά κρίση). Ανοδικά/πτωτικά κινήθηκε η ~ αυτοκινήτου τον μήνα ... Οι πολυεθνικές ελέγχουν την ~. Βλ. επαν~, ευρω~, χρηματ~. 3. χώρος, περιοχή ή χώρα όπου διεξάγονται αγοραπωλησίες· ειδικότ. εμπορικό κέντρο· συνεκδ. όσοι δραστηριοποιούνται στον σχετικό τομέα: βαρβάκειος/δημοτική/κεντρική/παλιά/σκεπαστή (πβ. παζάρι)/τοπική/υπαίθρια ~. ~ κρέατος (= κρεατ~)/λουλουδιών. Άνοιγμα/διείσδυση σε νέες ~ές. Βλ. υπερ~.|| Οδηγός ~άς (πβ. κατάλογος). Η ~ είναι άδεια. Δεν κατέβηκα/πήγα σήμερα στην ~.|| Αλυσίδα καταστημάτων με αξιόπιστο/ισχυρό/καλό όνομα στην ~ (πβ. πιάτσα). Βούιξε η ~ από φήμες ότι ... 4. ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. οικονομικοπολιτικό και πολιτιστικό κέντρο στην αρχαιότητα: αρχαία/ρωμαϊκή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αγορά εργασίας: ΟΙΚΟΝ. εργατικό δυναμικό και εργοδότες, μεταξύ των οποίων διεξάγονται διαπραγματεύσεις για την κάλυψη διαθέσιμων θέσεων εργασίας ανάλογα με την προσφορά και τη ζήτηση: ανοιχτή/ευέλικτη/ηλεκτρονική ~ ~. Ανθρώπινο κεφάλαιο και ~ ~. Ένταξη/προώθηση των γυναικών/των πτυχιούχων στην ~ ~. Βγήκε στην ~ ~. [< αγγλ. labo(u)r-market] , αγορά κεφαλαίου: ΟΙΚΟΝ. κεφαλαιαγορά., αγορά συναλλάγματος: ΟΙΚΟΝ. εγχώρια ή διεθνής αγορά στην οποία ανταλλάσσονται τα εθνικά νομίσματα: διατραπεζική/ελεύθερη/προθεσμιακή ~ ~. [< αγγλ. foreign exchange market, 1948] , δευτερογενής αγορά: ΟΙΚΟΝ. χρηματιστηριακή αγορά όπου πραγματοποιούνται συναλλαγές σε τίτλους που έχουν εκδοθεί στο παρελθόν. [< αγγλ. secondary market] , ελεύθερη αγορά: ΟΙΚΟΝ. αγοραπωλησίες στις οποίες οι τιμές καθορίζονται από τον ελεύθερο ανταγωνισμό: παγκοσμιοποιημένη ~ ~. ~ ~ τηλεπικοινωνιών. [< αγγλ. free market] , έρευνα αγοράς: ΟΙΚΟΝ. επιστημονική διερεύνηση και προσδιορισμός των συνθηκών που επικρατούν σε συγκεκριμένο χώρο σχετικά με τη ζήτηση και την προσφορά αγαθών, υπηρεσιών και παραγωγικών συντελεστών: πανευρωπαϊκή/ποιοτική/ποσοτική ~ ~. Mάρκετινγκ και ~ ~. ~ες ~ και καταναλωτικής συμπεριφοράς. Βλ. ομάδα-στόχος. [< αγγλ. market research, 1920] , ηλεκτρονικές/ψηφιακές αγορές: ΔΙΑΔΙΚΤ. εμπορικές συναλλαγές μέσω διαδικτύου και ειδικότ. διαδικτυακές αγορές αγαθών και υπηρεσιών: κάθετη (: στην οποία συμμετέχουν εταιρείες από συγκεκριμένους τομείς δραστηριότητας)/οριζόντια (: συμμετοχή εταιρειών ανεξάρτητα από τον κλάδο δραστηριοποίησής τους) ~ή ~ά. Πρόσβαση σε ~ ~ με χρήση κωδικού. Ανοικτές (: δημόσιες)/διεπιχειρησιακές/κλειστές (: ιδιωτικές) ~ ~. Βλ. τηλεσυνεργασία, ψηφιακή οικονομία.|| ~ή ~ά εισιτηρίων/προϊόντων. Προπληρωμένη κάρτα για ~ ~. Η ασφάλεια των ~ών ~ών. Βλ. ηλεκτρονικό εμπόριο, ηλεκτρονική πώληση. [< αγγλ. e-market, electronic shopping, 1959] , μερίδιο/κομμάτι/μέρος (της) αγοράς: ΟΙΚΟΝ. το ποσοστό των συνολικών πωλήσεων προϊόντος ή υπηρεσίας που κατέχει συγκεκριμένη εταιρεία: Οι αλυσίδες καταστημάτων ελέγχουν όλο και μεγαλύτερο ~ ~. Η εταιρεία κατέχει ~ ~ της τάξης του ...%. [< αγγλ. market share, 1954] , πρωτογενής αγορά: ΟΙΚΟΝ. χρηματιστηριακή αγορά όπου οι επιχειρήσεις και το κράτος εκδίδουν νέους τίτλους και αποκτούν κεφάλαια. [< αγγλ. primary market] , φιλανθρωπική αγορά: παζάρι, τα έσοδα του οποίου διατίθενται για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Βλ. έρανος. [< αγγλ. charity bazaar] , αγορά ευρωομολόγων βλ. ευρωομόλογο, αναδυόμενες αγορές βλ. αναδυόμενος, ανάλυση αγοράς βλ. ανάλυση, ανάπτυξη αγοράς βλ. ανάπτυξη, απελευθέρωση της αγοράς/των αγορών βλ. απελευθέρωση, αποτυχία της αγοράς βλ. αποτυχία, ατελής αγορά βλ. ατελής, ευαίσθητη αγορά βλ. ευαίσθητος, καλάθι αγορών βλ. καλάθι, κοινή αγορά βλ. κοινός, λαϊκή αγορά βλ. λαϊκός, λαχειοφόρος αγορά βλ. λαχειοφόρος, μαύρη (αγορά) βλ. μαύρος, οικονομία της αγοράς βλ. ελεύθερη οικονομία, παράλληλη αγορά βλ. παράλληλος, πιστωτική αγορά βλ. πιστωτικός ● ΦΡ.: βγάζει (κάτι) στην αγορά: το προωθεί στο εμπόριο: Η εταιρεία σχεδιάζει να βγάλει στην ~ νέα σειρά καλλυντικών., βγαίνει στην αγορά: (για προϊόν) κυκλοφορεί στο εμπόριο· (για πρόσωπο) διεξάγει διαπραγματεύσεις, για να αγοράσει ή να πουλήσει κάτι: Κινητό που βγήκε ~ τον περασμένο μήνα.|| (για κράτος ή εταιρεία) Βγήκε ~/στις αγορές, για να δανειστεί. [< αρχ. ἀγορά, αγγλ. market, γαλλ. marché, γερμ. Markt]

απαλλακτικός

απαλλακτικός, ή, ό [ἀπαλλακτικός] α-παλ-λα-κτι-κός επίθ.: που συντελεί στην απαλλαγή από κάτι, κυρ. στην αθώωση: ~ή: απόφαση δικαστηρίου (ΑΝΤ. καταδικαστικός)/πρόταση εισαγγελέα. ~ό: πόρισμα. ~ά: στοιχεία (ΑΝΤ. ενοχοποιητικά). Πβ. αθωωτικός.|| ~ός: κανονισμός. ● Ουσ.: απαλλακτικό (το): ενν. έγγραφο: ~ άδειας (εγκατάστασης/λειτουργίας). ~ά στράτευσης. ● επίρρ.: απαλλακτικά ● ΣΥΜΠΛ.: απαλλακτική εργασία/πρόοδος & (προφ.) απαλλακτική: με την οποία ο φοιτητής ή ο σπουδαστής απαλλάσσεται από την υποχρέωση να εξεταστεί σε μάθημα., απαλλακτικό βούλευμα βλ. βούλευμα [< μτγν. ἀπαλλακτικός]

γεύμα

γεύμα[γεῦμα] γεύ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ποσότητα φαγητού που συνήθ. περιλαμβάνει ποικιλία τροφών και τρώγεται σε τακτά χρονικά διαστήματα: πρωινό (= πρόγευμα)/μεσημεριανό/απογευματινό/βραδινό (= δείπνο) ~. Οικογενειακό/σχολικό/υπαίθριο (βλ. μπάρμπεκιου, πικ νικ)/χριστουγεννιάτικο ~. Απλό/βασικό/ελαφρύ (πβ. δεκατιανό, κολατσιό)/ισορροπημένο/κρύο (βλ. μπουφές)/λιτό/νηστίσιμο/πλουσιοπάροχο/πρόχειρο (πβ. σνακ)/φτωχό/χορταστικό ~. Στη διάρκεια του ~ατος. Μικρά ~ατα (= μικρογεύματα). ~ατα διαίτης. Τρία ~ατα ημερησίως. Προετοιμάζω το ~. Παραλείπω ένα ~. Μην τρώτε ανάμεσα στα ~ατα. Βλ. εστίαση. 2. (ειδικότ.) μεσημεριανό φαγητό: αποχαιρετιστήριο ~. ~ γνωριμίας. ~ με φίλους/σε εστιατόριο. Πρόσκληση σε ~. 3. δεξίωση (με φαγητό): γαμήλιο/επίσημο ~. ~ αρραβώνων. Παρέθεσαν/προσέφεραν ~ προς τιμήν του ... Πβ. τραπέζι. ● ΣΥΜΠΛ.: γεύμα εργασίας & δείπνο/πρόγευμα εργασίας & επαγγελματικό γεύμα/δείπνο: στο οποίο συζητούνται επαγγελματικά ή υπηρεσιακά θέματα. [< αγγλ. working lunch, 1964, working dinner, 1970] , βαριούχο γεύμα βλ. βαριούχος, κανονικό γεύμα βλ. κανονικός, λουκούλλειο γεύμα/δείπνο βλ. λουκούλλειος [< αρχ. γεῦμα ‘γεύση, μικρή ποσότητα φαγητού για δοκιμή’, γαλλ. repas, αγγλ. meal]

διά

διάδι-ά πρόθ. {κ. δι'} (λόγ.) δηλώνει: 1. (+ γεν.) όργανο, μέσο ή τρόπο: επίλυση του προβλήματος ~ της διπλωματικής οδού.|| (διέλευση, κίνηση διαμέσου:) Ταξίδεψαν ~ ξηράς.|| Λήψη φαρμάκου ~ του στόματος.|| (ΕΚΚΛΗΣ., προσευχή) "Δι' ευχών των αγίων (πατέρων) ημών ..." 2. (+ γεν.) χρονική διάρκεια: ~ νυκτός. 3. (+ αιτ.) αιτία: καβγάς δι' ασήμαντον αφορμήν. 4. σκοπό: ~ την χορήγηση της άδειας απαιτείται ... ~ παν ενδεχόμενον. Πβ. για. 5. (+ αιτ.) αναφορά: έργο ακατάλληλο δι' ανηλίκους. 6. ΜΑΘ. διαιρούμενο με: Δέκα ~ δύο (ίσον) πέντε.|| (κατ' επέκτ., το σύμβολο της διαίρεσης) Το ~ και το επί. ● ΦΡ.: διά/με μιας: αμέσως, πάραυτα: Εξαφανίστηκαν ~ ~. Τα ξέχασε ~ ~ όλα., άπαξ (και) διά παντός βλ. άπαξ, από τα χείλη/διά χειλέων κάποιου βλ. χείλος, για τον φόβο των Ιουδαίων βλ. Ιουδαίος, Ιουδαία, διά βίου βλ. βίος, διά βοής βλ. βοή, διά βραχέων βλ. βραχύς, διά ζώσης βλ. ζων, διά θαλάσσης βλ. θάλασσα, διά μακρών βλ. μακρός, διά νόμου βλ. νόμος, διά παντός βλ. παν, διά περιπάτου βλ. περίπατος, διά περιφοράς βλ. περιφορά, διά πυρός και σιδήρου βλ. πυρ, διά ροπάλου βλ. ρόπαλο, διά στόματος (κάποιου) βλ. στόμα, διά ταύτα βλ. ταύτα, διά της επιθέσεως/δι' επιθέσεως των χειρών βλ. χειρ, διά της πλαγίας/τεθλασμένης οδού βλ. οδός, διά χειρός βλ. χειρ, έλαμψε διά της απουσίας του βλ. απουσία, με ανάταση του χεριού (/των χεριών) βλ. ανάταση, με γυμνό μάτι/οφθαλμό βλ. γυμνός, με τη βία βλ. βία, το διά ταύτα βλ. ταύτα [< αρχ. διά, γαλλ. par]

διατριβή

διατριβήδι-α-τρι-βή ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με το επίθ. διδακτορική): πρωτότυπη επιστημονική μελέτη που υποβάλλεται σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα για την απόκτηση συνήθ. του τίτλου του διδάκτορα: εκπόνηση/υποστήριξη ~ής. ΣΥΝ. διδακτορικό.|| (παλαιότ.) ~ επί υφηγεσία.|| Μεταπτυχιακή ~. ● ΣΥΜΠΛ.: εναίσιμος (επί διδακτορία) διατριβή βλ. εναίσιμος [< αρχ. διατριβή ‘ενασχόληση, μελέτη, πραγματεία’, γαλλ. thèse (de doctorat), γαλλ.-αγγλ. diatribe]

διπλωματικός

διπλωματικός, ή, ό δι-πλω-μα-τι-κός επίθ. 1. ΠΛΗΡΟΦ. που σχετίζεται με τους διπλωμάτες ή τη διπλωματία: ~ός: αγώνας/ακόλουθος/μαραθώνιος/σάκος/σύμβουλος/υπάλληλος. ~ή: αποτυχία/εκστρατεία/κινητικότητα/σταδιοδρομία/στρατηγική. ~ό: θρίλερ/παρασκήνιο. ~ές: σχέσεις (βλ. διεθνής). Εξομάλυνση/ομαλοποίηση των ~ών σχέσεων. 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από διπλωματία: ~ός: ελιγμός. ~ή: απάντηση.|| ~ό: κόλπο/τέχνασμα. Πβ. πανούργος, πονηρός. 3. που σχετίζεται με τη διαδικασία απόκτησης διπλώματος: (σπάν.) ~ός: φοιτητής (: που βρίσκεται στο στάδιο εκπόνησης της ~ής εργασίας). 4. ΦΙΛΟΛ. που σχετίζεται με τη διπλωματική. ● Ουσ.: διπλωματική (η): ΦΙΛΟΛ. επιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενο τη μελέτη της ηλικίας, της γνησιότητας και της αξίας επίσημων εγγράφων, συνήθ. αυτών που έχουν σωθεί σε παπύρους και χειρόγραφα. Βλ. παλαιογραφία. ● επίρρ.: διπλωματικά ● ΣΥΜΠΛ.: διπλωματική αποστολή/αντιπροσωπεία: σύνολο εκπροσώπων ενός κράτους σε ξένη χώρα με σκοπό τη διαπραγμάτευση ή προώθηση θέματος: άτυπη/διεθνής/έκτακτη/επίσημη ~ ~. Αναλαμβάνω/εκπληρώνω/εκτελώ (μία) ~ αποστολή. Βρίσκομαι/λαμβάνω μέρος σε ~ αποστολή.|| Εθνική ~ αντιπροσωπεία. Πβ. πρεσβεία., διπλωματική εργασία & (προφ.) διπλωματική (η): επιστημονική μελέτη που υποβάλλεται για την απόκτηση διπλώματος: Εκπονεί τη διπλωματική του ~. ΣΥΝ. πτυχιακή εργασία, διπλωματικό επεισόδιο: προσωρινή όξυνση των σχέσεων δύο χωρών εξαιτίας έκτακτου περιστατικού., Διπλωματικό Σώμα (ακρ. ΔΣ) & Διπλωματική Υπηρεσία: το σύνολο των διπλωματών ενός κράτους. [< γαλλ. Corps Diplomatique (CD)] , διπλωματική ασθένεια βλ. ασθένεια, διπλωματική ασυλία βλ. ασυλία, διπλωματικός αντιπρόσωπος/εκπρόσωπος βλ. αντιπρόσωπος ● ΦΡ.: μέσω/διά της διπλωματικής οδού (λόγ.): με κατάλληλες διπλωματικές ενέργειες: Ενεργώ/ρυθμίζω κάτι ~ ~. Η λύση θα βρεθεί ~ ~. Ο χρόνος της επίσκεψης θα καθοριστεί ~ ~. [< γαλλ. diplomatique, αγγλ. diplomatic]

εξωτερικός

εξωτερικός, ή, ό [ἐξωτερικός] ε-ξω-τε-ρι-κός επίθ. ΑΝΤ. εσωτερικός 1. που σχετίζεται με την έξω πλευρά, που βρίσκεται ή γίνεται σε ανοιχτό χώρο: ~ός: τοίχος/φλοιός (της Γης). ~ή: άποψη (κτιρίου)/επένδυση/επιφάνεια/καμπίνα πλοίου (: με φινιστρίνι)/πόρτα/σκάλα/τσέπη. ~ό: διαμέρισμα (: που βλέπει στον δρόμο). Η ~ή γωνία του ματιού/σπιτιού/τριγώνου. ΑΝΤ. έσω, μέσα.|| ~ή: διαφήμιση. ~ές: δραστηριότητες. Διαμόρφωση ~ών χώρων. Πβ. υπαίθριος.|| ~ά: γυρίσματα/πλάνα (: εκτός στούντιο). Βρίσκεται σε ~ή υπηρεσία (: εκτός γραφείου). 2. που γίνεται, λειτουργεί έξω από κάτι, που προέρχεται από έξω: ~ός: έλεγχος/(ΠΛΗΡΟΦ.) σύνδεσμος (βλ. λινκ). ~ή: βοήθεια/γραμμή (τηλεφώνου)/πηγή/(ΦΥΣ.) πίεση/χρηματοδότηση. ~ές: δαπάνες. Αλοιφή για ~ή χρήση. (ΜΗΧΑΝΟΛ.) Κινητήρας ~ής καύσης (π.χ. ατμομηχανής).|| (πρόσθετος, μη ενσωματωμένος:) ~ός: (ΠΛΗΡΟΦ.) δίσκος. ~ή: κεραία. ~ά: ηχεία. Πβ. φορητός. 3. που υπάρχει, συμβαίνει έξω από το υποκείμενο ή που καθορίζεται από το περιβάλλον: ~ός: κόσμος/παρατηρητής. ~ή: πραγματικότητα.|| ~ό: ερέθισμα. ~οί: παράγοντες. ~ές: αλλαγές/δυνάμεις/επιδράσεις/πιέσεις/συνθήκες. ~ά: αίτια/κίνητρα. Πβ. εξωγενής. ΑΝΤ. ενδογενής. 4. που αναφέρεται σε ξένα κράτη: ~ός: δανεισμός/εχθρός/τουρισμός. ~ή: αγορά/απειλή/πολιτική. ~ό: χρέος. ~ές: ειδήσεις/συναλλαγές/σχέσεις/υποθέσεις. ~ά: προβλήματα. 5. (για πρόσ.) που σχετίζεται με ομάδα ή χώρο, διατηρώντας όμως έναν βαθμό ανεξαρτησίας: ~ός: ασθενής (: που δεν έχει κάνει εισαγωγή στο νοσοκομείο· πβ. περιπατητικός)/μαθητής (ΑΝΤ. οικότροφος)/σύμβουλος (επιχειρήσεων)/(ΠΛΗΡΟΦ.) χρήστης. ~ή: βοηθός (πβ. καθαρίστρια, παραδουλεύτρα, βλ. υπηρέτρια). ~ό: μέλος (επιτροπής). 6. που αφορά τη μορφή: ~ή: εμφάνιση/ομορφιά. ~ά: ελαττώματα/χαρακτηριστικά. Πβ. φυσικός. ● Ουσ.: εξωτερικά (τα): θέματα που αφορούν τις σχέσεις ενός κράτους με τα υπόλοιπα: συζήτηση για τα ~. Υπουργείο ~ών. ΑΝΤ. εσωτερικά (τα), εξωτερικό (το) ΑΝΤ. εσωτερικό 1. έξω τμήμα: το ~ του αυτοκινήτου/δοχείου/κτιρίου. 2. περιοχή εκτός των ορίων ενός κράτους, οι ξένες χώρες: δρομολόγια/οι Έλληνες του (= οι ομογενείς)/πανεπιστήμια/πτήσεις/υποτροφίες ~ού. Σπουδές/ταξίδια στο ~. Εισαγωγές από το ~. Διαμένει/εγκαταστάθηκε/ζει μόνιμα στο ~ (βλ. εκπατρίζομαι, μεταναστεύω). Πβ. αλλοδαπή. ΑΝΤ. ημεδαπή ● επίρρ.: εξωτερικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] : Κατασκευάστε ~ του τριγώνου δύο τετράγωνα.|| ~ δεν μοιάζουν καθόλου. ● ΣΥΜΠΛ.: εξωτερικές εργασίες & δουλειές: που εκτελούνται εκτός γραφείου, συνήθ. για διανομές σε υπηρεσίες: Ζητείται υπάλληλος για ~ ~. Στην εταιρεία κάνει ~ ~: πηγαίνει σε τράπεζες, εφορίες, δημόσιες υπηρεσίες., εξωτερικά ιατρεία βλ. ιατρείο, εξωτερικά σύνορα βλ. σύνορο, εξωτερική αξιολόγηση βλ. αξιολόγηση, εξωτερικός συνεργάτης βλ. συνεργάτης, συνεργάτιδα, ισοζύγιο (εξωτερικών) πληρωμών βλ. ισοζύγιο [< αρχ. ἐξωτερικός, γαλλ. extérieur, étranger]

επιθεώρηση

επιθεώρηση[ἐπιθεώρηση] ε-πι-θε-ώ-ρη-ση ουσ. (θηλ.) 1. επίσημος έλεγχος της πορείας μιας σειράς εργασιών, της εύρυθμης και σωστής λειτουργίας μιας υπηρεσίας ή της καλής κατάστασης ενός χώρου: γενική/εβδομαδιαία/ειδική/έκτακτη/ετήσια/περιοδική/συστηματική/τακτική ~. ~ εξοπλισμού/πλοίων (βλ. νηογνώμονας). Επίσκεψη-~ (ενν. του Γενικού Επιθεωρητή) στην Αστυνομική Διεύθυνση. Αιφνιδιαστικές/επιτόπιες ~ήσεις. Εντατικοποίηση των ~ήσεων. Γίνονται/διενεργούνται/διεξάγονται/πραγματοποιούνται ~ήσεις. Κατά την ~ διαπιστώθηκε ότι ...|| (ΣΤΡΑΤ.) Στρατηγική/ταξιαρχική ~. ~ του αγήματος/όπλων και θαλάμων. 2. (συνεκδ., με κεφαλ. το αρχικό Ε) ανώτερη δημόσια υπηρεσία επιφορτισμένη με τον έλεγχο της λειτουργίας εκείνων που ανήκουν στη δικαιοδοσία της: Υγειονομική ~. ~ Δασών. 3. περιοδική έκδοση η οποία παρουσιάζει τις τελευταίες εξελίξεις σε κάποιο γνωστικό τομέα μέσα από άρθρα και δημοσιεύματα: επιστημονική/καλλιτεχνική/πολιτική ~.|| (ως τίτλος περιοδικού, με κεφάλ. το αρχικό Ε) Οικολογική ~. ~ Εκπαιδευτικών Θεμάτων. 4. ΘΕΑΤΡ. θεατρικό είδος με αυτοτελή νούμερα που συνοδεύονται από τραγούδια και χορό και σατιρίζουν την πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα: μουσική ~. Νούμερο ~ης. Βλ. κωμειδύλλιο, κωμωδία, σάτιρα. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακή επιθεώρηση & (σπάν.) ενεργειακή αυτοψία/διάγνωση: εκτίμηση και καταγραφή της πραγματικής κατανάλωσης ενέργειας, των παραγόντων που την επηρεάζουν και των δυνατοτήτων εξοικονόμησής της σε ένα κτίριο ή κτιριακό συγκρότημα., Επιθεώρηση Εργασίας/Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας: υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων με κύριο έργο την επίβλεψη και τον έλεγχο εφαρμογής των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας. [< 1: μτγν. ἐπιθεώρησις ‘εξέταση’, γαλλ. inspection, revue 2: γαλλ. inspection 3,4: γαλλ. revue]

επίσχεση

επίσχεση[ἐπίσχεση] ε-πί-σχε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. διακοπή, αναβολή. 2. ΙΑΤΡ. κατακράτηση, διατήρηση στο σώμα συστατικού που φυσιολογικά αποβάλλεται: ~ ούρων (βλ. ανουρία).|| ~ της αιμορραγίας. Βλ. στάση. ● ΣΥΜΠΛ.: δικαίωμα επίσχεσης: ΝΟΜ. δικαίωμα του οφειλέτη να αρνηθεί την εκπλήρωση παροχής, αν έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του δανειστή συναφή με την οφειλή του, έως ότου ο τελευταίος εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει., επίσχεση εργασίας: δικαίωμα εργαζομένου να διακόψει την εργασία του, αν ο εργοδότης καθυστερεί να καταβάλει τις αποδοχές που του οφείλει. [< αρχ. ἐπίσχεσις ‘κράτημα, επιφύλαξη, καυθστέρηση’]

επιφάνεια

επιφάνεια[ἐπιφάνεια] ε-πι-φά-νει-α ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -είας | επιφανει-ών} 1. το σύνολο των σημείων ενός σώματος που ορίζουν την έκταση ή τη μορφή του: αδιάβροχη/ανοξείδωτη/ανώμαλη/βελούδινη/γυάλινη/εξωτερική/επίπεδη/εσωτερική/κεκλιμένη/λεία/μεταλλική/ξύλινη/ολισθηρή/ομαλή/στερεά/τραχιά/τσιμεντένια ~. ~ της Γης/του εδάφους/της θάλασσας/της λίμνης. ~ δωματίου/οικοπέδου/στέγης/τραπεζιού (πβ. εμβαδόν). Κάτω/πάνω από την ~. Θερμοκρασία/χρώμα ~ας. Δερμάτινες/συνθετικές ~ες. ~ες διπλής όψεως. Βάψιμο/διάβρωση/κατεργασία/λακάρισμα/ξεσκόνισμα/τρίψιμο ~ών. Καθαριστικό για όλες τις ~ες. Βλ. βάθος, εσωτερικό.|| (ΓΕΩΜ.) Κοίλη/κυλινδρική/κυρτή/συνολική/σφαιρική ~. Διάμετρος ~ας. Μονάδα ~είας. ~ σε τετραγωνικά μέτρα.|| (ΦΥΣ.) Ελεύθερη ~ υγρού. 2. (μτφ.) η ορατή, εμφανής πλευρά μιας κατάστασης σε αντιδιαστολή συνήθ. προς την ουσία, την πραγματικότητα: Κοιτάει μόνο την ~. Μένω/στέκομαι στην ~ των γεγονότων και όχι στις πραγματικές τους αιτίες. 3. η οικονομική κατάσταση, δύναμη κάποιου. 4. ΘΡΗΣΚ. (συχνά με κεφαλ. Ε) εμφάνιση θεότητας σε θνητό: θεία ~. ● ΣΥΜΠΛ.: επιφάνεια εργασίας: ΠΛΗΡΟΦ. βασική οθόνη γραφικού περιβάλλοντος σε υπολογιστή, η οποία περιέχει προγράμματα, φακέλους και αρχεία με τη μορφή εικονιδίων. [< αγγλ. desk-top, 1982] , επιφάνεια οθόνης: ΠΛΗΡΟΦ. επίπεδη επιφάνεια ηλεκτρονικού μηχανήματος ή συσκευής, όπου εμφανίζονται εικόνες, κείμενα, γραφικά. [< αγγλ. (display) screen] , παράπλευρη επιφάνεια βλ. παράπλευρος ● ΦΡ.: βγαίνει/έρχεται στην επιφάνεια: γίνεται γνωστό, αποκαλύπτεται: Ένα θέμα/ένα πρόβλημα/ένα σκάνδαλο/μια υπόθεση ~ ~. Πβ. βγαίνει στη φόρα., φέρνω/βγάζω/ανασύρω κάτι στην επιφάνεια: ανακαλύπτω· φανερώνω: Η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε ~ σημαντικά λίθινα εργαλεία.|| (μτφ.) Η έρευνα/ο Τύπος ~ει ~ το ζήτημα της .../νέα στοιχεία. Πβ. αναδεικνύω. [< πβ. αρχ. ἐπιφάνεια ‘εμφάνιση, όψη, φήμη’, αγγλ.-γαλλ. surface 4: πβ. γαλλ. épiphanie, αγγλ. epiphany]

εφεδρεία

εφεδρεία[ἐφεδρεία] ε-φε-δρεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. δύναμη που δεν λαμβάνει μέρος σε πολεμική επιχείρηση, αλλά είναι διαθέσιμη να χρησιμοποιηθεί, όταν χρειαστεί: ενεργός στρατός, ~ και εθνοφυλακή. 2. ΣΤΡΑΤ. το σύνολο των στρατεύσιμων που δεν βρίσκονται υπό τα όπλα, αλλά μπορούν να επιστρατευτούν σε περίπτωση πολέμου: μόνιμοι εξ ~ας. Δεύτερη/πρώτη σειρά ~ας (: οι μεγαλύτεροι/μικρότεροι σε ηλικία). Εν ενεργεία και εν ~ αξιωματικοί. Παραμένω σε ~/τελώ εν ~. 3. (μτφ.) οτιδήποτε φυλάσσεται ή τίθεται κατά μέρος, για να χρησιμοποιηθεί σε ώρα ανάγκης: χρήματα σε ~. Επαρκείς ~ες σε φάρμακα. Αμυντικές ~ες του οργανισμού. Έχω (κάτι) για ~. Πβ. απόθεμα, καβάτζα, παρακαταθήκη, ρεζέρβα.|| (για πρόσ.) Πολιτική ~ της κυβέρνησης. ~ες στελεχών του κόμματος. Παίκτες-ες (= αναπληρωματικοί). (μτφ.) Τον έβ(γ)αλαν στην ~ (: τον απομάκρυναν από την ενεργό δράση· πβ. αποστρατεύω). 4. ΠΛΗΡΟΦ. μπακ-απ. ● ΣΥΜΠΛ.: εργασιακή εφεδρεία: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. μέτρο μείωσης των δημοσίων υπαλλήλων σύμφωνα με το οποίο το πλεονάζον προσωπικό θα απομακρύνεται από την εργασία του, λαμβάνοντας το 60% του μισθού για έναν χρόνο πριν από την οριστική απόλυση: σε καθεστώς ~ής ~ας., χρυσή εφεδρεία: πρόσωπο που μπορεί να προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες σε δύσκολη, κρίσιμη στιγμή: Αποτελεί/θεωρείται ~ ~. Πβ. άσος στο μανίκι. [< 1, 2: μτγν. ἐφεδρεία, γαλλ. réserve]

ιατρική

ιατρική[ἰατρική] ι-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Ι): ΙΑΤΡ. επιστήμη που μελετά τη δομή και τις λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού καθώς και τις διάφορες νόσους, με στόχο τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της υγείας· συνεκδ. η αντίστοιχη πανεπιστημιακή σχολή ή οι ιατρικές σπουδές: αναπαραγωγική/γενική/γονιδιωματική/διαγνωστική/εξατομικευμένη/εργαστηριακή/του κοινωνικού φύλου/οικογενειακή/ορθομοριακή/πειραματική/τροπική (: για τις νόσους που εκδηλώνονται στις τροπικές περιοχές του πλανήτη)/ψυχοσωματική (: μελετά τις σχέσεις ανάμεσα στις ψυχικές και σωματικές διαδικασίες) ~. ~ ακριβείας. Ασκεί την ~ (= το ιατρικό επάγγελμα).|| Τελείωσε την ~. Σπουδάζει ~. Βλ. βαρ~, γηρ~, οδοντ~, φων~, ψυχ~, βιο-, τηλε-ϊατρική. ● ΣΥΜΠΛ.: αεροπορική/(αερο)διαστημική ιατρική: κλάδος που μελετά τις σωματικές και ψυχολογικές επιδράσεις των διαστημικών πτήσεων στον ανθρώπινο οργανισμό. [< αγγλ. aviation/space medicine, 1949] , επείγουσα ιατρική: κλάδος που ασχολείται με επείγοντα περιστατικά τα οποία απαιτούν άμεση ιατρική παρακολούθηση. [< αγγλ. emergency medicine, 1966] , ιατρική της εργασίας: κλάδος ο οποίος ασχολείται με την πρόληψη, διάγνωση και θεραπεία των ασθενειών και τραυματισμών που προκύπτουν στο περιβάλλον εργασίας: Κέντρο Διάγνωσης ~ής ~ (ΚΔΙΕ) του ΙΚΑ. Βλ. επαγγελματική ασθένεια., κλινική ιατρική: που σχετίζεται με την άμεση εξέταση του ασθενή για τη διάγνωση της νόσου· συνεκδ. οι σπουδές των δύο τελευταίων χρόνων στην ιατρική σχολή. {< αρχ. κλινική (τέχνη), αγγλ. clinical medicine], μεταφραστική ιατρική:  διεπιστημονικός κλάδος του βιοϊατρικού τομέα που συνδέει τη βασική έρευνα με την κλινική πράξη με στόχο την ανάπτυξη και εφαρμογή νέων τρόπων πρόληψης, διάγνωσης και θεραπείας ασθενειών. [< αγγλ. translational medicine/research, 1986] , παρηγορητική ιατρική: επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την ανακούφιση του σωματικού πόνου, καθώς και την ψυχολογική και ηθική υποστήριξη ασθενών, των οποίων η νόσος δεν ανταποκρίνεται στη θεραπευτική αγωγή, με στόχο την όσο το δυνατόν καλύτερη ποιότητα ζωής για τους ίδιους και τις οικογένειές τους. Βλ. ιατρείο πόνου. , φυσική ιατρική (και αποκατάσταση): κλάδος που ασχολείται με την αποκατάσταση μιας σειράς παθήσεων, χρησιμοποιώντας κυρίως φυσικά μέσα, τεχνικά βοηθήματα και συμπληρωματικές θεραπείες. ΣΥΝ. φυσιατρική [< αγγλ. Physical medicine and rehabilitation, 1939], αισθητική/κοσμητική ιατρική βλ. αισθητικός, αναγεννητική ιατρική βλ. αναγεννητικός, εναλλακτική ιατρική βλ. εναλλακτικός, λαϊκή ιατρική βλ. λαϊκός, ολιστική ιατρική βλ. ολιστικός, περιβαλλοντική ιατρική βλ. περιβαλλοντικός, περιγεννητική ιατρική βλ. περιγεννητικός, προληπτική ιατρική βλ. προληπτικός, πυρηνική ιατρική βλ. πυρηνικός, συμπληρωματική ιατρική βλ. συμπληρωματικός, φυλοειδική ιατρική βλ. φυλοειδικός [< αρχ. ἰατρική, γαλλ. médecine, αγγλ. medicine]

καταμερισμός

καταμερισμόςκα-τα-με-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): κατανομή, διανομή: άνισος/δίκαιος/κατάλληλος/σωστός ~. ~ των καθηκόντων/των ρόλων/του χρόνου. ~ του πλούτου. Έγινε ~ ευθυνών μεταξύ των φορέων. Προέβησαν σε ~ό των αρμοδιοτήτων. Πβ. επιμερ-, χωρ-ισμός, μοίρασμα. ● ΣΥΜΠΛ.: καταμερισμός (της) εργασίας: ΟΙΚΟΝ. διαίρεση έργου σε επιμέρους στάδια και εκτέλεση του καθενός από διαφορετικά άτομα ή ομάδες, με σκοπό την επίτευξη ταχύτερου και ποιοτικότερου παραγωγικού αποτελέσματος: αστικός/κοινωνικός ~ ~. [< μτγν. καταμερισμός]

καταναγκαστικός

καταναγκαστικός, ή, ό κα-τα-να-γκα-στι-κός επίθ. 1. που γίνεται με καταναγκασμό ή που τον ασκεί: ~ός: (σωματικός) έλεγχος. ~ή: αποδοχή/δουλειά/επιβολή. ~ές: πράξεις. ~ά: μέσα/μέτρα. Πβ. εξαναγκαστ-, υποχρεωτ-ικός. Βλ. εκούσιος.|| ~ό: καθεστώς. 2. ΨΥΧΙΑΤΡ. που πάσχει από καταναγκασμό ή σχετίζεται με αυτόν: ~ά: άτομα.|| ~ή: κατανάλωση/νεύρωση/συμπεριφορά/χρήση (ουσιών). Πβ. ιδεοληπτ-, ψυχαναγκαστ-ικός. ● επίρρ.: καταναγκαστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: καταναγκαστικά έργα & καταναγκαστική εργασία: εξαντλητική σωματική εργασία σε διάφορα δημόσια έργα, που επιβαλλόταν παλαιότ. ως ποινή σε αιχμαλώτους πολέμου, κατάδικους, αντιφρονούντες· κατ' επέκτ. κάθε επίπονη και εξαναγκαστική ασχολία: Καταδικάστηκε σε ~ ~ (π.χ. σε λατομείο). Πβ. κάτεργα. Βλ. γκουλάγκ, στρατόπεδο εργασίας.|| (μτφ.) Αντιμετωπίζει το μάθημα σαν ~ό ~ο. Πβ. αγγαρεία. [< γαλλ. travaux forcés] [< μτγν. καταναγκαστικός, γαλλ. coercitif, forcé]

κινητικότητα

κινητικότητακι-νη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. μετακίνηση προσώπων ή πληθυσμών· ειδικότ. η δυνατότητα ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης: αστική/γεωγραφική/δημογραφική (: πληθυσμιακές ανακατατάξεις· βλ. μετανάστευση)/(ΑΘΛ.) μεταγραφική ~.|| Ακαδημαϊκή/ευρωπαϊκή ~. ~ ανθρώπινου δυναμικού/ερευνητών (βλ. διαρροή εγκεφάλων)/φοιτητών (βλ. ERASMUS). Βλ. Ευρωπαϊκό Πορτφόλιο. || (εθελοντική) ~ στο Δημόσιο (: μετακίνηση από μια υπηρεσία σε άλλη). 2. (μτφ.) έντονη δραστηριοποίηση σε κάποιον τομέα: διπλωματική/επενδυτική/οικονομική/πολιτική ~. Επικρατεί/παρατηρείται/υπάρχει μεγάλη ~ στην κυβέρνηση. Πβ. καύσωνας, πυρετός. Βλ. αδράνεια, στατικότητα. 3. ΙΑΤΡ. δυνατότητα κίνησης ή ύπαρξη κινητικής δραστηριότητας: η ~ του εμβρύου. Άτομα μειωμένης/περιορισμένης ~ας (βλ. κινητική αναπηρία).|| ~ του εντέρου (βλ. σεροτονίνη)/του οισοφάγου (βλ. γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση)/του σπέρματος (βλ. σπερμοδιάγραμμα). Βλ. υπερ~, υπο~, -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: επαγγελματική κινητικότητα & (σπάν.) εργασιακή κινητικότητα 1. η ικανότητα ή προθυμία των νέων εργαζομένων να εργαστούν σε διαφορετική περιοχή, κυρ. στο εξωτερικό. Βλ. ευελιξία. 2. η ευκολία με την οποία νέοι εργαζόμενοι αλλάζουν εργασία, θέση ή αντικείμενο δραστηριότητας. Βλ. επιχειρηματικότητα., κοινωνική κινητικότητα βλ. κοινωνικός [< γαλλ. mobilité, αγγλ. mobility]

κοινωνικός

κοινωνικός, ή, ό κοι-νω-νι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την κοινωνία και τα μέλη της: ~ός: θεσμός/πολιτισμός/ρατσισμός/τομέας/φορέας/χαρακτήρας. ~ή: αλλαγή/αλληλεπίδραση/ανάπτυξη/άνοδος/βελτίωση/διαστρωμάτωση/διαφοροποίηση/ειρήνη/ελίτ/ευημερία/ζωή/ιεραρχία/καταξίωση/κρίση/μειονότητα/οργάνωση/παθογένεια/πραγματικότητα/πρόοδος/προσαρμογή/συμπεριφορά. ~ό: αγαθό/ζήτημα/θέμα/σύνολο/σύστημα. ~οί: δεσμοί/παράγοντες. ~ές: αντιθέσεις/δεξιότητες/εντάσεις/εξελίξεις/συγκρούσεις/συμβάσεις/σχέσεις/υποθέσεις. ~ά: δεδομένα/στρώματα/φαινόμενα. Βλ. ατομικός, ψυχο~.|| Ο άνθρωπος αποτελεί ~ό όν (: έχει την τάση να δημιουργεί κοινωνίες και να ζει σε αυτές). ~ά: έντομα (π.χ. οι μέλισσες). 2. που αναφέρεται ή στοχεύει στη βελτίωση της ζωής σε μια κοινωνία: ~ός: εθελοντισμός/σχεδιασμός/φιλελευθερισμός/χάρτης (: που περιέχει τα θεμελιώδη ~ά δικαιώματα των εργαζομένων). ~ή: απασχόληση/ατζέντα/βοήθεια/δράση/έρευνα/ευαισθητοποίηση/μέριμνα/νομοθεσία/προσφορά/συνεισφορά/υγεία/φροντίδα. ~ό: έργο/ίδρυμα/κίνημα/πρόγραμμα. ~οί: αγώνες. ~ές: κατακτήσεις/παροχές/υπηρεσίες/υποδομές. ~ά: μέτρα. Δίκτυο ~ής Υποστήριξης Προσφύγων και Μεταναστών. Ευρωπαϊκό ~ό Ταμείο (ακρ. ΕΚΤ). Τμήμα ~ής Διοίκησης/Εργασίας. Ο ~ ρόλος της επιστήμης και της Ανώτατης Εκπαίδευσης.|| (για τη στήριξη ευπαθών ομάδων) ~ό: ιατρείο/παντοπωλείο/φαρμακείο. 3. (για πρόσ.) που έχει πολλές (κοινωνικές) συναναστροφές ή που χαρακτηρίζεται από τάση και επιθυμία για γνωριμία με άλλους ανθρώπους: ~ός: τύπος/χαρακτήρας. Είναι πολύ ~, κάνει πολύ εύκολα φίλους. Πβ. κοσμικός. ΣΥΝ. εξωστρεφής ΑΝΤ. ακοινώνητος (1), αντικοινωνικός (2), απόμακρος (2), μονόχνοτος 4. που αναφέρεται σε κοινωνικά θέματα ή/και προβλήματα: ~ή: (τηλεοπτική) σειρά/ταινία. ~ό: μυθιστόρημα/σίριαλ. Μήνυμα ~ού περιεχομένου. ● Ουσ.: κοινωνικά (τα): (στον έντυπο ή ηλεκτρονικό Τύπο) στήλη με αγγελίες γεννήσεων, γάμων, θανάτων ή άλλων κοινωνικών γεγονότων. ● επίρρ.: κοινωνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: ~ αποδεκτός/αποκλεισμένος/απομονωμένος. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικά δίκτυα/μέσα & μέσα κοινωνικής δικτύωσης & κοινωνική δικτύωση & σόσιαλ μίντια: ΔΙΑΔΙΚΤ. τρόπος διαδραστικότητας που επιτρέπει στους χρήστες να επικοινωνούν εικονικά, να δημιουργούν περιεχόμενο στο διαδίκτυο και να το μοιράζονται με άλλους χρήστες: ιστότοποι/κοινότητες/μέσα/πλατφόρμες/υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης. Προφίλ σε κοινωνικά δίκτυα/μέσα (βλ. ίνσταγκραμ, τουίτερ, φέισμπουκ). Βλ. ιμέιλ, τσατ. [< αγγλ. social networking, 1998, social media, 2004] κοινωνικές επιστήμες: που έχουν ως αντικείμενο τους θεσμούς, τη δομή και τη λειτουργία των (ανθρώπινων) κοινωνιών καθώς και τις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ των μελών τους. Βλ. ανθρωπο-, κοινωνιο-, ψυχο-λογία., κοινωνική δικαιοσύνη: ισότητα μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας (στην οικονομία, τη μόρφωση)· ειδικότ. η κατανομή των υλικών αμοιβών με βάση ηθικές και κοινώς αποδεκτές αρχές: αγώνας για ~ ~. Πολιτική ~ής ~ης, κοινωνική δομή: η μορφή της εσωτερικής οργάνωσης μιας κοινωνίας (με θεσμούς, οικονομικά συστήματα, κοινωνικές τάξεις): η ~ ~ μιας αρχαιοελληνικής πόλης/της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας/ενός ευρωπαϊκού κράτους., κοινωνική εργασία 1. εφαρμοσμένη επιστήμη που έχει ως αντικείμενο την αντιμετώπιση κοινωνικών προβλημάτων και αναγκών με στόχο την κοινωνική ευημερία· συνεκδ. το επάγγελμα του κοινωνικού λειτουργού: Τμήμα ~ής ~ας. 2. υπηρεσία που προσφέρουν οι αντιρρησίες συνείδησης στα πλαίσια της εναλλακτικής θητείας και γενικότ. κάθε εθελοντική εργασία που παρέχεται συνήθ. σε νοσοκομεία, κοινωφελή ιδρύματα και φυλακές., κοινωνική θέση: η θέση ενός ατόμου ανάμεσα στα μέλη μιας κοινωνίας με βάση τον κοινωνικό ρόλο που έχει ή σύμφωνα με κοινώς αποδεκτά κριτήρια (π.χ. οικονομική κατάσταση, επάγγελμα, μόρφωση): υψηλή/χαμηλή ~ ~. Η ~ ~ της γυναίκας σήμερα., κοινωνική κινητικότητα: η μεταβολή της κοινωνικής θέσης ενός ατόμου κατά τη διάρκεια της ζωής του (π.χ. ένας φτωχός που γίνεται πλούσιος και αντίστροφα). [< αγγλ. social mobility, 1927] , κοινωνική συνείδηση: το ενδιαφέρον για τα προβλήματα της κοινωνίας και των μελών της, που συχνά συνοδεύεται από ανάληψη δράσης για την αντιμετώπισή τους., κοινωνική ψυχολογία: ΨΥΧΟΛ. ψυχοκοινωνιολογία. Βλ. δυναμική της ομάδας. [< αγγλ. social psychology] , κοινωνικοί εταίροι : ΠΟΛΙΤ. (κυρ. για συλλογικές διαπραγματεύσεις) οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι ή συχνότ. οι εκπρόσωποί τους: εθνικοί/Ευρωπαίοι ~ ~. Οικονομικοί και ~ ~. Διάλογος με ~ούς ~ους. Βλ. συνομιλητής., κοινωνικοί κανόνες: που περιέχουν πρότυπα αποδεκτής από την κοινωνία συμπεριφοράς και δράσης: άγραφοι ~ ~., κοινωνικός διάλογος: που γίνεται μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων για την επίλυση εργασιακών ζητημάτων: ~ ~ για την προώθηση της απασχόλησης., κοινωνικός τουρισμός: κρατικός θεσμός με τον οποίο παρέχονται φτηνές ή δωρεάν διακοπές σε ορισμένες κατηγορίες ατόμων (οικονομικά ασθενείς, άτομα με ειδικές ανάγκες): εσωτερικός/ευρωπαϊκός ~ ~. Δελτίο/εισιτήρια/πρόγραμμα ~ού ~ού. ~ ~ για αγρότες/για την τρίτη ηλικία., (κοινωνικό) περιθώριο/περιθώριο της κοινωνίας βλ. περιθώριο, αγωγή του πολίτη βλ. αγωγή, εναλλακτική (κοινωνική) θητεία βλ. θητεία, εταιρική κοινωνική ευθύνη βλ. ευθύνη, κοινωνικές υπηρεσίες βλ. υπηρεσία, κοινωνικές υποχρεώσεις βλ. υποχρέωση, κοινωνική αλληλεγγύη βλ. αλληλεγγύη, κοινωνική ανθρωπολογία βλ. ανθρωπολογία, κοινωνική ανισότητα βλ. ανισότητα, κοινωνική αντίληψη βλ. αντίληψη, κοινωνική ασφάλεια βλ. ασφάλεια, κοινωνική ασφάλιση βλ. ασφάλιση, κοινωνική ένταξη βλ. ένταξη, κοινωνική μητέρα βλ. μητέρα, κοινωνική οικονομία βλ. οικονομία, κοινωνική ομάδα βλ. ομάδα, κοινωνική πολιτική βλ. πολιτική, κοινωνική πρόνοια βλ. πρόνοια, κοινωνική προστασία βλ. προστασία, κοινωνική συνοχή βλ. συνοχή, κοινωνική τάξη βλ. τάξη, κοινωνικό κεφάλαιο βλ. κεφάλαιο, κοινωνικό κράτος βλ. κράτος, κοινωνικό ντάμπινγκ βλ. ντάμπινγκ1, κοινωνικό περιβάλλον βλ. περιβάλλον, κοινωνικό συμβόλαιο βλ. συμβόλαιο, κοινωνικό φύλο βλ. φύλο, κοινωνικός αποκλεισμός βλ. αποκλεισμός, κοινωνικός αυτοματισμός βλ. αυτοματισμός, κοινωνικός δαρβινισμός βλ. δαρβινισμός, κοινωνικός έλεγχος βλ. έλεγχος, κοινωνικός ιστός βλ. ιστός, κοινωνικός λειτουργός βλ. λειτουργός, κοινωνικός/έμμεσος μισθός βλ. μισθός, λαϊκή/κοινωνική συναίνεση βλ. συναίνεση [< αρχ. κοινωνικός, γαλλ. social, sociable]

κύκλος

κύκλοςκύ-κλος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΕΩΜ. σχήμα που ορίζεται από κλειστή, καμπύλη γραμμή της οποίας όλα τα σημεία έχουν την ίδια απόσταση από ένα σταθερό σημείο, το κέντρο του: εγγεγραμμένος/περιγεγραμμένος/τριγωνομετρικός ~. Ακτίνα/διάμετρος/εμβαδόν/περίμετρος/περιφέρεια/τόξο/χορδή ~ου. Ορθογώνιοι ~οι. Ευθεία που εφάπτεται στον/τέμνει τον ~ο. Έκανε/σχεδίασε/χάραξε έναν τέλειο ~ο με τον διαβήτη.|| Σημειώστε με ~ο (= κυκλώστε) τη σωστή απάντηση. 2. (κατ' επέκτ.) ό,τι έχει κυκλικό σχήμα: μαύροι ~οι γύρω/κάτω από τα μάτια (: μελανά σημάδια λόγω αϋπνίας, κούρασης· σακούλες). Ο τσάμικος χορεύεται σε ~ο. Οι ομάδες σχημάτισαν ~ο. Τα παιδιά κάθονται σε ~ο. Βλ. ημικύκλιο.|| Ολυμπιακοί ~οι (: οι πέντε διαφορετικού χρώματος ~οι που συμβολίζουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες). Βλ. δακτύλιος.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Μέγιστοι ~οι της ουράνιας σφαίρας (: οι νοητοί ~οι που διέρχονται από τους πόλους της). Βλ. ουράνιος μεσημβρινός.|| (για κίνηση, πορεία, τροχιά) Ο ~ του ρολογιού (βλ. ώρα). Το αεροπλάνο έκανε ~ους πάνω από τον διάδρομο προσγείωσης. Η Σελήνη διαγράφει έναν (πλήρη) ~ο γύρω από τη Γη. Βλ. δίσκος. 3. για φαινόμενα, καταστάσεις, γεγονότα που παρουσιάζουν περιοδικότητα· η διάρκειά τους: ο ~ των εποχών (βλ. έτος).|| (ΒΙΟΛ.-ΙΑΤΡ.) Αναπαραγωγικός ~ (συνήθ. ζώων). Ο ~ του ύπνου στα νεογέννητα είναι σύντομος. Ο ορμονικός ~. (ειδικότ., εμμηνόρροια, περίοδος) Ο ~ μου είναι κάθε είκοσι οκτώ/τριάντα μέρες. Έχω άστατο (βλ. καθυστέρηση)/σταθερό ~ο.|| Η ίωση θα κάνει τον ~ο της και σύντομα θα γίνεις καλά.|| Η ιστορία κάνει ~ους (: επαναλαμβάνεται). Έκλεισε οριστικά/ολοκληρώθηκε/συνεχίζεται ο ~ βίας και αίματος. Πβ. ανακύκληση.|| (ΜΗΧΑΝΟΛ.) Αστικός/μικτός/συνδυασμένος ~ (κατανάλωσης καυσίμου) ... λίτρα ανά 100 χλμ.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Ημερήσιος λειτουργικός ~. Εβδομαδιαίος ~ των Ακολουθιών.|| (ΟΙΚΟΝ.) Βραχυχρόνιοι/μακροχρόνιοι/μεσοχρόνιοι ~οι.|| Βλ. μεγάκυκλοι. 4. σύνολο δραστηριοτήτων ή έργων, κυρ. πνευματικού, καλλιτεχνικού χαρακτήρα, που σχετίζονται με ορισμένο θέμα ή πεδίο: νέος ~ διαλόγου (για την παιδεία)/επισκέψεων (του πρωθυπουργού στην Ευρώπη)/προβολών/συναντήσεων/συναυλιών (του συγκροτήματος)/συνομιλιών (πβ. γύρος). Εγκαινιάζεται ο εκπαιδευτικός/θεματικός ~ ... Η έναρξη του ~ου (= της σειράς) μαθημάτων θα γίνει στις ... του μηνός. Άρχισε/ξεκίνησε/ολοκληρώθηκε/πραγματοποιείται/συνεχίζεται ο (εισαγωγικός/πρώτος/τελευταίος) ~ διαλέξεων/ομιλιών/σεμιναρίων με θέμα ...|| (ΜΟΥΣ.) ~ τραγουδιών για πιάνο και φωνή. Το έργο ανήκει στον ~ο των κουαρτέτων για κρουστά.|| (ειδικότ. σε εκπαιδευτικά ιδρύματα) Βασικός/(μετα/προ)πτυχιακός/τετραετής ~ σπουδών. Έγινε δεκτός/εγγράφηκε/φοιτά στον επόμενο ~ο (βλ. εξάμηνο, έτος).|| (ΤΗΛΕΟΡ.) Νέος ~ επεισοδίων.|| Κάτι (δεν) εμπίπτει/εντάσσεται στον ~ο των ενδιαφερόντων/καθηκόντων της. Πβ. εύρος, σφαίρα, φάσμα.|| (ΦΙΛΟΛ., έμμετρες ή πεζές αφηγήσεις που αφορούν συγκεκριμένο ήρωα, μύθο) Ακριτικός/αργοναυτικός/τρωικός ~. 5. {συνηθέστ. στον πληθ.} ομάδα ατόμων που συνδέονται με συγγενική, φιλική, επαγγελματική ή άλλου είδους κοινωνική σχέση· περιβάλλον, περίγυρος: Ο γάμος έγινε σε κλειστό/στενό οικογενειακό και φιλικό ~ο. Έχει μεγάλο ~ο (: γνωρίζει πολύ κόσμο). Με το διαδίκτυο μπορεί να διευρύνει τον ~ο των γνωριμιών του. Είναι ιδιαίτερα γνωστή στους καλλιτεχνικούς και λογοτεχνικούς ~ους. Σύμφωνα με (έγκυρους) εισαγγελικούς/εκκλησιαστικούς/κυβερνητικούς/οικονομικούς ~ους ... Ακαδημαϊκοί/διπλωματικοί/εκπαιδευτικοί/νομικοί/στρατιωτικοί/τραπεζικοί ~οι κάνουν λόγο για ... ~οι της αντιπολίτευσης/του υπουργείου αναμένουν/αναφέρουν/δηλώνουν/επιμένουν/θεωρούν/σχολιάζουν/υποστηρίζουν ότι ...|| (για ανώτερη συνήθ. κοινωνική τάξη) Δεν ανήκει/προσπαθεί να μπει στον ~ο μας. Κάνει παρέα μόνο με άτομα του ~ου της. Βλ. κλίκα, σινάφι, φάρα, φατρία. 6. φυσική διαδικασία ή φαινόμενο αποτελούμενο από διαδοχικές φάσεις που ολοκληρώνονται επιστρέφοντας στην αρχική κατάσταση και επαναλαμβάνονται συνέχεια: (ΓΕΩΧ.) ο ~ του αζώτου/άνθρακα/θείου/νερού (= υδρολογικός ~)/οξυγόνου/φωσφόρου. Ο ~ της ύλης.|| Αναπνευστικός (βλ. εισπνοή, εκπνοή)/καρδιακός (βλ. συστολή, διαστολή) ~. 7. ΦΙΛΟΛ. σχήμα λόγου κατά το οποίο μια περίοδος, πρόταση ή ένας στίχος αρχίζει και τελειώνει με την ίδια λέξη ή φράση. ● Υποκ.: κυκλάκι (το): κυρ. στις σημ. 1, 2. ● ΣΥΜΠΛ.: βιολογικός κύκλος: ΒΙΟΛ. τα στάδια από τα οποία περνά ένας ζωικός ή φυτικός οργανισμός μέχρι τον θάνατο (π.χ. γέννηση, ανάπτυξη): Ο ~ ~ του παρασίτου διαρκεί από τέσσερις ως σαράντα μέρες. [< αγγλ. biological cycle] , δημοσιογραφικοί κύκλοι: όρος που χρησιμοποιείται για να αποφύγει κάποιος να κατονομάσει τη δημοσιογραφική πηγή πληροφόρησης: Όπως εκτιμούν ~ ~ ..., έμμηνος/καταμήνιος/γεννητικός/εμμηνορροϊκός κύκλος & ο κύκλος (της γυναίκας): ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την κυκλική μεταβολή των ορμονών του φύλου κατά την αναπαραγωγική ηλικία της γυναίκας και συνήθ. διαρκεί είκοσι οκτώ μέρες: φυσιολογικός ~ ~. Ανωμαλίες/διαταραχές/ρύθμιση του ~ού ~ου. Βλ. οιστρογόνα, προγεστερόνη, ωορρηξία., κύκλος επαφών: σειρά συναντήσεων, συνομιλιών ή δραστηριοτήτων: ευρύς ~ ~. Αρχίζει νέος ~ ~ με τους επιστημονικούς φορείς. Ολοκληρώθηκε ο (πρώτος) ~ ~ του ..., κύκλος εργασιών: ΟΙΚΟΝ. το σύνολο των εσόδων, πωλήσεων επιχείρησης σε ορισμένη χρονική περίοδο: αύξηση/ενίσχυση/μείωση/πτώση του ετήσιου ~ου ~. Η εταιρεία διευρύνει τον ~ο ~ της. Ο ενοποιημένος ~ ~ του ομίλου για την τριμηνία ανήλθε στα ... εκατομμύρια ευρώ/σημείωσε άνοδο ... %/υποχώρησε κατά ... %. Πβ. τζίρος.|| (παλαιότ.) Φόρος ~ου ~. Πβ. ΦΠΑ., κύκλος ζωής 1. τα στάδια από την παραγωγή ενός προϊόντος μέχρι το τέλος της χρησιμότητάς του: ο ~ ~ επιχειρησιακού προγράμματος/λογισμικού/συστήματος. Ανάλυση ~ου ~ (: εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων προϊόντος, διεργασίας ή δραστηριότητας). Οχήματα τέλους ~ου ~ (: αυτά που τίθενται εκτός κυκλοφορίας). 2. & ο κύκλος της ζωής: η πορεία ενός οργανισμού από τη γέννηση ως τον θάνατο. [< αγγλ. life cycle] , κύκλος ποιότητας: ομάδα υπαλλήλων εταιρείας που συνήθ. εθελοντικά πραγματοποιούν τακτικές συναντήσεις με σκοπό την επίλυση προβλημάτων ποιότητας και τη βελτίωση της απόδοσης των ίδιων και των συναδέλφων τους. [< αγγλ. quality circle, 1980] , αρκτικός κύκλος βλ. αρκτικός1, βιογεωχημικός κύκλος βλ. βιογεωχημικός, έγκυροι κύκλοι βλ. έγκυρος, έκκεντροι κύκλοι βλ. έκκεντρος, επικός κύκλος βλ. επικός, ζωδιακός (κύκλος)/ζωδιακή ζώνη βλ. ζωδιακός, ηλιακός κύκλος βλ. ηλιακός, θερμοδυναμικός κύκλος βλ. θερμοδυναμικός, θηβαϊκός κύκλος βλ. θηβαϊκός, κατακόρυφος κύκλος βλ. κατακόρυφος, κύκλος (του) αίματος βλ. αίμα, οικονομικός κύκλος βλ. οικονομικός, ομόκεντροι κύκλοι βλ. ομόκεντρος, παράλληλος (κύκλος) βλ. παράλληλος, σεληνιακός κύκλος/κύκλος του Μέτωνα βλ. σεληνιακός, τροπικός (κύκλος) βλ. τροπικός, ψυκτικός κύκλος βλ. ψυκτικός, ωριαίος κύκλος βλ. ωριαίος ● ΦΡ.: κύκλοι (ανά δευτερόλεπτο): ΦΥΣ. (στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων) μονάδα μέτρησης της συχνότητας: Το ανθρώπινο αυτί αντιλαμβάνεται ήχους από 20 ως 20.000 ~ους ~. ΣΥΝ. χερτζ, του κύκλου τα γυρίσματα (προφ.): για να δηλωθεί το ευμετάβλητο της ζωής, της τύχης. Πβ. έχει ο καιρός γυρίσματα., ανοίγει ο κύκλος βλ. ανοίγω, κύκλος/γύρος συζητήσεων βλ. συζήτηση, μη μου τους κύκλους τάραττε! βλ. ταράζω, τετραγωνίζω τον κύκλο βλ. τετραγωνίζω, τετραγωνισμός του κύκλου βλ. τετραγωνισμός, φαύλος κύκλος βλ. φαύλος [< 1: αρχ. κύκλος 2,3,4,5,6: γαλλ. cycle, cercle, αγγλ. cycle, πβ. γερμ. Zyklus 7: μτγν. ~]

κυψέλη

κυψέληκυ-ψέ-λη ουσ. (θηλ.) 1. τεχνητή ή φυσική κατοικία μελισσών· συνεκδ. το σμήνος της: άδεια/γεμάτη ~. Κελιά ~ης. Πβ. κουβέλι. ΣΥΝ. μελίσσι (2) 2. ΤΕΧΝΟΛ. {συνήθ. στον πληθ.} συσκευή παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Πβ. κυψελίδα. 3. {στον πληθ.} μικρή και κλειστή κοιλότητα: φάκελος ενισχυμένος με ~ες αέρα. Βλ. παγοκυψέλες. 4. μέρος κτιρίου με ομοιόμορφη διαρρύθμιση: Τα γραφεία κατανέμονται σε ~ες των ... τ.μ. 5. ΤΗΛΕΠ. περιοχή την οποία καλύπτει με σήμα μια κεραία δικτύου κινητής τηλεφωνίας. Βλ. μικρο~. ● ΣΥΜΠΛ.: κυψέλη εργασίας (σπάν.-μτφ.): τόπος ή χώρος οργανωμένης και εντατικής δραστηριότητας: Η βιβλιοθήκη του σχολείου έγινε μια πραγματική ~ ~., κυψέλη καυσίμου/ενεργειακή κυψέλη: ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή που μετατρέπει τη χημική ενέργεια καύσης σε ηλεκτρική συνεχούς ρεύματος: ~ες ~ υδρογόνου. Όχημα ~ών ~. Βλ. μπαταρία. [< αγγλ. fuel cell, 1922] , ηθμοειδείς κυψέλες βλ. ηθμοειδής, ηλιακή κυψέλη βλ. ηλιακός, φωτοβολταϊκό στοιχείο βλ. φωτοβολταϊκός [< 1: αρχ. κυψέλη 2,3,4: γαλλ. cellule 5: αγγλ. cell, 1977]

ομάδα

ομάδαhttps://annayekb.free-blogz.com/87390711/2 Jovani Plus dimension mom of the bride clothes suits any physique type.

οργανισμός

οργανισμός[ὀργανισμός] ορ-γα-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ. κάθε μορφή ζωής που αποτελείται από αλληλοεξαρτώμενα δομικά στοιχεία τα οποία επιτελούν διαφορετικές λειτουργίες: ζωικοί (= ζώα)/παρασιτικοί/φυτικοί (= φυτά) ~οί. Θαλάσσιοι/υδρόβιοι ~οί. Μονοκύτταροι/πολυκύτταροι ~οί. Ευκαρυωτικοί/προκαρυωτικοί ~οί. Εξέλιξη/μελέτη/ποικιλία των ~ών. Βλ. μικρο~, ον.|| Γενετικά τροποποιημένοι ~οί (ακρ. ΓΤΟ). Βλ. -ισμός. 2. το σύνολο των οργανικών συστημάτων του ανθρώπινου σώματος: άμυνα/ανοσία/αντοχή/αποτοξίνωση/ενδυνάμωση/επιβάρυνση/ευπάθεια/θωράκιση/προστασία του ~ού. Οι ανάγκες του ~ού σε θρεπτικές ουσίες. Ιχνοστοιχείο απαραίτητο για τον ~ό. Το στρες είναι επιβλαβές για τον ~ό.|| (κατ' επέκτ.) Έχει γερό ~ό (πβ. κράση). 3. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Ο) δομημένη οργάνωση που ακολουθεί ορισμένες διαδικασίες για την επίτευξη συγκεκριμένων σκοπών: δημοτικός/διεθνής/εθνικός/(ημι)κρατικός/κυβερνητικός/παγκόσμιος/περιφερειακός ~. Ανεξάρτητος/ανθρωπιστικός/εθελοντικός/κοινωφελής/μη κερδοσκοπικός ~. Αθλητικός/αναπτυξιακός/δημοσιογραφικός/εκδοτικός/εκπαιδευτικός/επενδυτικός/επιστημονικός/καλλιτεχνικός/(χρηματο)οικονομικός/πολιτικός/πολιτιστικός/τηλεπικοινωνιακός/τουριστικός/τραπεζικός ~. Δράση/έδρα/επωνυμία/έργο/καταστατικό/κλιμάκιο/μέλη/παροχές/υπηρεσίες ~ού. ~ δημοσίου/ιδιωτικού δικαίου. ~ αξιολόγησης/τυποποίησης/χρηματοδότησης.|| (ειδικότ.) ~ Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ακρ. ΟΤΑ). ~ Σιδηροδρόμων Ελλάδας (ακρ. ΟΣΕ). 4. (μτφ.) κάθε σύστημα ή σύνολο που θεωρείται ανάλογο σε δομή και λειτουργία με ζωντανό οργανισμό: το σχολείο ως κοινωνικός ~.|| (ΟΙΚΟΔ.) Φέρων ~ κτιρίου (: σκελετός). ● ΣΥΜΠΛ.: Εθνικός Οργανισμός Εργασίας (ΕΟΕ): ΝΠΔΔ που υπάγεται στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης και προέκυψε από τη συγχώνευση του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού, του Οργανισμού Εργατικής Εστίας και του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας., ασφαλιστικός οργανισμός βλ. ασφαλιστικός, Οργανισμός Δικαστηρίων βλ. δικαστήριο, Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ)/Ηνωμένα Έθνη (ΗΕ) βλ. ηνωμένος ● ΦΡ.: τα θέλει/τα τραβάει/τα σηκώνει ο οργανισμός του (προφ.): για κάποιον που προκαλεί ή ανέχεται μια δυσάρεστη συμπεριφορά, με αποτέλεσμα να δίνει την εντύπωση ότι του αρέσει: ~ ~ το δούλεμα. ΣΥΝ. τα θέλει/τον τρώει ο κώλος/πισινός/κωλαράκος του [< πβ. μτγν. ὀργανισμός ‘συσκευή’ 1,2: γαλλ. organisme 3: γαλλ. organisme, organisation, αγγλ. organism]

πάγκος

πάγκοςπά-γκος ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) μπάγκος 1. στενόμακρη κατασκευή που μοιάζει με τραπέζι: μαρμάρινος/ξύλινος/χτιστός ~ κουζίνας/μπάνιου. ~ με νεροχύτη/νιπτήρα. ~ εξυπηρέτησης (πελατών). Ο ~ της ρεσεψιόν. Απολύμανση των εργαστηριακών ~ων. Οι (υπαίθριοι) ~οι της λαϊκής/των μικροπωλητών. Βλ. μπάρα. 2. κάθισμα σαν μακρόστενη σανίδα, προορισμένο για να κάθονται πολλά άτομα. Βλ. παγκάκι. 3. ΑΘΛ. (σε γήπεδο) οι θέσεις που προορίζονται για τους αναπληρωματικούς ή για τους παίκτες που έχουν βγει από το παιχνίδι, για τον προπονητή, τους βοηθούς του και τους γιατρούς· συνεκδ. τα συγκεκριμένα άτομα: (για προπονητή:) Κενός/ορφανός/χήρεψε ο ~ της Εθνικής. Ετοιμάζεται να καθίσει στον ~ο της ... Αποχωρεί από τον ~ο.|| Σκόραρε και ξεσήκωσε τον ~ο. Η ομάδα έχει ισχυρό ~ο/βάθος στον ~ο/βάθος ~ου (: πολλούς και καλούς αναπληρωματικούς). Βλ. παγκίτης. 4. ΓΥΜΝ. όργανο γυμναστικής με τη μορφή συνήθ. μακρόστενου καθίσματος, στο οποίο ξαπλώνει ο αθλούμενος, για να γυμνάσει τους μυς του: επικλινής/ίσιος/οριζόντιος ~. ~ άρσης βαρών (με ορθοστάτες)/για ασκήσεις ποδιών/κοιλιακών και ραχιαίων. Βλ. δοκός.|| (παραολυμπιακό άθλημα:) Άρση Βαρών σε ~ο. 5. ΝΑΥΤ. (λαϊκό) αμμώδες ή βραχώδες υποθαλάσσιο ύβωμα. Πβ. ξέρα, σύρτις, ύφαλος. ● ΣΥΜΠΛ.: πάγκος εργασίας: ειδικά εξοπλισμένος πάγκος, που προορίζεται κυρ. για μηχανολογικές επισκευές ή ξυλουργικές εργασίες: μεταλλικός/φορητός ~ ~. ~ ~ με συρτάρια και ντουλάπια. [< αγγλ. work bench] ● ΦΡ.: γυαλίζει/ζεσταίνει τον πάγκο βλ. γυαλίζω, κάθε κατεργάρης στον πάγκο του βλ. κατεργάρης, κατεργάρα, σκουπίζει τον πάγκο βλ. σκουπίζω [< 1,2: μεσν. πάγκος 3: αγγλ. bench, 1912, 4: αγγλ. ~ 5: ιταλ. banco]

παιδιά

παιδιάπαι-δι-ά ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ομαδικό παιχνίδι: αθλητική ~ (= αθλο~). ● ΦΡ.: εκτός/εντός παιδιάς: ΑΘΛ. εκτός/εντός αγωνιστικού χρόνου ή χώρου: καλάθι/σουτ εντός ~ (: σε αντιδιαστολή με τις ελεύθερες βολές στο μπάσκετ). Η µπάλα βρίσκεται ~ ~., χάριν παιδιάς βλ. χάριν [< αρχ. παιδιά]

παραοικονομία

παραοικονομίαπα-ρα-οι-κο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων που δεν καταγράφονται από τις επίσημες κρατικές υπηρεσίες και συνεπώς δεν υπόκεινται σε φορολογικό έλεγχο· παράνομη οικονομία. Βλ. μαύρη (αγορά), παραεμπόριο. [< γαλλ. économie parallèle]

πραγματικός

πραγματικός, ή, ό πραγ-μα-τι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στην πραγματικότητα, που υπάρχει στα αλήθεια: ~ός: κίνδυνος (ΣΥΝ. υπαρκτός)/ρόλος. ~ή: (ΜΑΘ.) ανάλυση/απειλή/δουλειά/ευκαιρία/ιστορία/προϋπηρεσία. ~ό: αντικείμενο/γεγονός/δίλημμα/(ΦΥΣ.) είδωλο (ΑΝΤ. φανταστικό)/μέγεθος/μήνυμα/νόημα/περιεχόμενο/περιστατικό/πρόβλημα. ~ά: (ΧΗΜ.) αέρια (βλ. ιδανικά)/αίτια/δεδομένα/δικαιώματα/εγκλήματα/στοιχεία.|| Μόνιμος και ~ πληθυσμός. Αποκαλύφθηκε ο ~ λόγος της παραίτησής του. Δεν έγινε αμέσως αντιληπτή η ~ή αξία του έργου. Η ~ή εικόνα της οικονομίας. Η ~ή της ταυτότητα. Αποκάλυψε το ~ό του όνομα/πρόσωπο. Δεν γνωρίζω ποιες είναι οι ~ές του προθέσεις.|| ~ά: πυρά (ΑΝΤ. άσφαιρα, εικονικά).|| (επιτατ.) ~ός: άντρας/αρχηγός/δικαιούχος. Είναι ένας ~ φίλος.|| (επιτατ.-μτφ.) ~ό: μαρτύριο. Το μουσείο αποτελεί ένα ~ό στολίδι στην περιοχή.|| ~ά: έργα τέχνης (= αληθινά, γνήσια).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: λογαριασμός/πληθωρισμός. ~ό: έλλειμμα/επιτόκιο/κόστος. ~ά: εισοδήματα/έσοδα. ΑΝΤ. ονομαστικός.|| (ως ουσ.) Το ~ό (= η πραγματικότητα). ΑΝΤ. ανύπαρκτος (1), εικονικός (1), προσποιητός, φαινομενικός, ψεύτικος (1) 2. ΝΟΜ. που σχετίζεται με κάποιο περιουσιακό στοιχείο, με εμπράγματη σχέση δικαίου: ~οί: φόροι (ΑΝΤ. προσωπικοί). ~ή δουλεία επί ακινήτου.|| ~ή: κύρωση (= διάταγμα που ρυθμίζει οριστικά τις αρχές θεμελιώδους ζητήματος). ● επίρρ.: πραγματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στα αλήθεια, όντως: Τι ~ αλλάζει/αξίζει/έγινε/συνέβη; Αποτελεί/είναι ένα ~ μεγάλο βήμα. Είναι ~ απελπισμένος/ελεύθερος/ευτυχισμένος. Τον έχεις ~ ανάγκη; Είναι ~ δύσκολο να ... ΣΥΝ. τωόντι & τω όντι ● ΣΥΜΠΛ.: πραγματικός χρόνος εργασίας: ο χρόνος κατά τον οποίο ο μισθωτός βρίσκεται στη διάθεση του εργοδότη και οφείλει να ακολουθεί τις οδηγίες του: δικαίωμα αποζημίωσης με βάση τον ~ό ~ο ~., πραγματική/τρέχουσα αξία βλ. αξία, πραγματικό κεφάλαιο βλ. κεφάλαιο, πραγματικός αριθμός βλ. αριθμός, πραγματικός μισθός βλ. μισθός, πραγματικός χρόνος βλ. χρόνος [< μτγν. πραγματικός, γαλλ. réel, αγγλ. real]

πτυχιακός

πτυχιακός, ή, ό πτυ-χι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στο πτυχίο και ειδικότ. στη διαδικασία ή στο χρονικό διάστημα που αντιστοιχεί στην απόκτησή του ή στο πρόσωπο που βρίσκεται στο στάδιο απόκτησής του: ~ός: τίτλος. ~ό: πρόγραμμα (σπουδών).|| ~ές: εξετάσεις. ~ά: μαθήματα. Βλ. διδακτορικός, προ~, μετα~.|| ~ός: φοιτητής. Βλ. επί πτυχίω. ● ΣΥΜΠΛ.: πτυχιακή εργασία & (προφ.) πτυχιακή (η): που η εκπόνησή της αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη πτυχίου στις περισσότερες ανώτερες ή ανώτατες σχολές. ΣΥΝ. διπλωματική εργασία

σταθμός

σταθμόςσταθ-μός ουσ. (αρσ.) 1. σημείο, κτίριο, εγκαταστάσεις όπου πραγματοποιείται στάθμευση και κυρ. στάση οχημάτων δημόσιας συνήθ. συγκοινωνίας για μεταφορά επιβατών και φορτίων ή ανεφοδιασμό: διαμετακομιστικός/επιβατικός/κεντρικός/σιδηροδρομικός/συνοριακός/υπόγειος ~. ~ αυτοκινήτων (= πάρκινγκ)/διοδίων/εξυπηρέτησης πλοίων/του ηλεκτρικού/(υπεραστικών) λεωφορείων/μεταφόρτωσης απορριμμάτων/ταξί (πβ. πιάτσα)/του τρένου. Θα συναντηθούμε μπροστά στον ~ό. Με υποδέχτηκε στον ~ό. Αποβιβαστείτε/επιβιβαστείτε/κατεβείτε σε ~ό της γραμμής 1 (ενν. του ΗΣΑΠ). Ποιος ~ του μετρό σε εξυπηρετεί; Βλ. αερο~.|| (μτφ.) Επόμενος/πρώτος/τελευταίος ~ της περιοδείας του ... Ενδιάμεσος ~ στο ταξίδι προς ... 2. ΤΕΧΝΟΛ. εγκαταστάσεις υπηρεσίας, εταιρείας, ιδρύματος με κατάλληλο εξοπλισμό για πραγματοποίηση τεχνολογικού ή ερευνητικού έργου (παραγωγή ενέργειας, παρατηρήσεις, μετρήσεις και μελέτες, εκπομπή σημάτων) και το αντίστοιχο κτιριακό συγκρότημα: αστρονομικός/ατμοηλεκτρικός/βιολογικός/δορυφορικός/θερμοηλεκτρικός/μετεωρολογικός/περιβαλλοντικός/σεισμολογικός/τηλεοπτικός (= κανάλι, τηλε~) ~. ~ (ανα)μετάδοσης/της ΔΕΗ/επεξεργασίας αποβλήτων/ηλεκτρικής ενέργειας (ή ηλεκτρικός ~: το εργοστάσιο παραγωγής ή ο υπο~)/(ΓΕΩΔ.-ΤΟΠΟΓΡ.) παρατήρησης/ραντάρ. Κινητός ~ μέτρησης (ατμοσφαιρικών ρύπων).|| (ειδικότ. για ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό ~ό) Αγαπημένος/δημοτικός/ερασιτεχνικός/μουσικός/συνδρομητικός/τοπικός ~. Ακροαματικότητα/κεραία/πρωινή ζώνη ~ού. Αλλάζω/επιλέγω ~ό. Ποιον ~ό ακούτε; Ο ~ μεταδίδει ζωντανά από το ίντερνετ. Το ραδιόφωνό μου πιάνει μόνο δέκα ~ούς (: συχνότητες). Πβ. ραδιο~. 3. χώρος, κτίριο, εγκαταστάσεις όπου παρέχονται υπηρεσίες ή από όπου διευθύνονται συγκεκριμένες επιχειρήσεις: αστυνομικός/δασικός/πυροσβεστικός ~. Συμβουλευτικός ~ ψυχικής υγείας. ~ αιμοδοσίας/ελέγχου (διαβατηρίων)/εξυπηρέτησης/μέριμνας ζώων/φροντίδας εξαρτημένων ατόμων. Ο ~ λειτουργεί καθημερινά. Μεταφέρθηκε αιμόφυρτος στον ~ό πρώτων βοηθειών (βλ. πρώτες βοήθειες). 4. καθοριστικό γεγονός, ορόσημο, καμπή: ~ στη ζωή/στην καριέρα του υπήρξε η ... Η διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου αποτελεί ~ό στην παγκόσμια ιστορία.|| (κυρ. ως παραθετικό σύνθ.) Απόφαση/έργο/παράσταση/συνέδριο/συνεργασία-~. Γεγονότα/ημερομηνίες-~οί. ● ΣΥΜΠΛ.: διαστημικός σταθμός & (σπάν.) τροχιακός σταθμός: ΑΕΡΟΝ. μεγάλος τεχνητός δορυφόρος σε τροχιά κυρ. γύρω από τη Γη, που χρησιμεύει ως βάση και διαθέτει τον κατάλληλο εξοπλισμό για τη διεξαγωγή επιστημονικών ερευνών: διεθνής ~ ~. [< αγγλ. space station, 1930] , πυρηνικός σταθμός: μονάδα στην οποία η πυρηνική ενέργεια μετατρέπεται σε θερμότητα, ώστε να παραχθεί ηλεκτρική ενέργεια: Εκτός λειτουργίας τέθηκε ο ~ ~. [< αγγλ. nuclear (power) station, 1955] , ραδιοφωνικός σταθμός & (προφ.) σταθμός: χώρος παραγωγής και μετάδοσης ραδιοφωνικών εκπομπών· η αντίστοιχη υπηρεσία και ραδιοφωνική συχνότητα ή δέσμη συχνοτήτων. ΣΥΝ. ραδιοσταθμός (1), σταθμός βάσης: ΤΕΧΝΟΛ. εγκαταστάσεις λήψης και εκπομπής ηλεκτρομαγνητικών ή άλλων σημάτων: ~ ~ κινητής τηλεφωνίας. [< αγγλ. base station] , σταθμός εργασίας: ΠΛΗΡΟΦ. αυτόνομος ηλεκτρονικός υπολογιστής, συνήθ. σε δίκτυο, με μεγαλύτερη υπολογιστική ισχύ από έναν προσωπικό υπολογιστή, κατάλληλα εφοδιασμένος, για να διεκπεραιώνει σειρά απαιτητικών εργασιών: ~ ~ με δύο επεξεργαστές. [< αγγλ. workstation, 1977] , σταθμός ηλεκτροπαραγωγής & ηλεκτροπαραγωγικός/ηλεκτροπαραγωγός σταθμός: ΤΕΧΝΟΛ. ειδική μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από άλλες μορφές, συνήθ. υδραυλική, πυρηνική, του ατμού, η οποία μεταφέρεται με γραμμές υψηλής τάσης. [< αγγλ. generating station] , τερματικός σταθμός ΣΥΝ. τέρμιναλ 1. αυτός στον οποίο καταλήγει μέσο μεταφοράς, αποβιβάζονται και επιβιβάζονται όλοι οι επιβάτες και εκφορτώνονται και φορτώνονται όλα τα εμπορεύματα: Το μετρό/τραμ έφτασε στον ~ό ~ό. Η αμαξοστοιχία προσεγγίζει (σ)τον ~ό ~ό. Ο ~ ~ του αεροδρομίου.|| (ειδικότ., για φόρτωση και εκφόρτωση προϊόντων σε λιμάνι) ~ ~ καυσίμων. 2. εγκαταστάσεις άντλησης και αποθήκευσης στο σημείο κατάληξης αγωγού πετρελαίου ή αερίου. 3. ΠΛΗΡΟΦ. τερματικό: ~ ~ εργασίας. [< αγγλ. terminal station] , υγειονομικός σταθμός: ιατρικό κέντρο περιορισμένων δυνατοτήτων., υδροηλεκτρικός σταθμός: εγκαταστάσεις όπου η υδραυλική ενέργεια μετατρέπεται σε ηλεκτρική. [< αγγλ. hydroelectric station, γαλλ. station hydroélectrique] , αιολικός σταθμός βλ. αιολικός2, βρεφονηπιακός/παιδικός σταθμός βλ. βρεφονηπιακός, γεωδαιτικός σταθμός βλ. γεωδαιτικός [< 1,2,3: αρχ. σταθμός, αγγλ.-γαλλ. station 4: γαλλ. étape]

στάση

στάσηστά-ση ουσ. (θηλ.) 1. προσωρινό σταμάτημα πορείας και (συνεκδ. για μέσα μεταφοράς) το συγκεκριμένο σημείο όπου σταματά ο οδηγός για επιβίβαση ή/και αποβίβαση: (μη) υποχρεωτική ~. Ενδιάμεσες/συχνές ~εις. ~ και επανεκκίνηση. Διαδρομή/πτήση χωρίς ~. Θα κάνω μια ~ για ξεκούραση/φαΐ. Πέντε λεπτά ~. Απαγόρευση/λωρίδες ~ης και στάθμευσης. (προφ.) ~ παρακαλώ! Θέλω να κατέβω.|| ~ λεωφορείου/μετρό ή τρένου (πβ. σταθμός)/προαστιακού σιδηροδρόμου/τραμ/τρόλεϊ. Ονομασία/στέγαστρο ~ης. Περίμενα στη ~ με τις ώρες. Θα κατέβω στην επόμενη/τελευταία ~. Έχασα τη ~ (: δεν κατάφερα να αποβιβαστώ στη σωστή ~).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Οι ~εις του Επιταφίου.|| (ΙΑΤΡ., διακοπή ή επιβράδυνση της κυκλοφορίας υγρών του σώματος:) ~ αίματος. Φλεβική ~. Βλ. επίσχεση. 2. (μτφ.) τρόπος αντιμετώπισης, αντίδρασης σε ορισμένη κατάσταση, συμπεριφορά: αδιάλλακτη/αδικαιολόγητη/άκαμπτη/αμερόληπτη/αμυντική/ανάρμοστη/αντικοινωνική/αξιοπρεπής/απαξιωτική/απαράδεκτη/απειλητική/αρνητική/άψογη/δυναμική/εγκληματική/εθνική/ενιαία/επιθετική/επιφυλακτική/ευνοϊκή/εχθρική/θετική/κοινώς αποδεκτή/παθητική/προκλητική/σκληρή/σταθερή/φιλική/χλιαρή ~. Διαφοροποίηση/μεταστροφή/σκλήρυνση της ~ης του. Ποια είναι η ~ σας απέναντι σε ...; Έχουν κοινή ~ στο ζήτημα του ... Κράτησε/τήρησε ουδέτερη ~. Δεν μου άρεσε η/εγκρίνω τη ~ του. Απολογούμαι για/εκθέτω/εξηγώ/καθορίζω τη ~ μου. Άλλαξαν ~ στο θέμα της ... Εμμένουν στη/σκληραίνουν τη ~ τους. Ποια/τι ~ θα υιοθετήσει; Πήρε ξεκάθαρη ~ υπέρ/κατά του ... Πβ. φέρσιμο. Βλ. διάθεση, προαίρεση. 3. θέση, τρόπος με τον οποίο στέκεται ή κάθεται κάποιος: άβολη/αναπαυτική/άνετη/βολική/εμβρυϊκή/πρηνής/ύπτια ~. ~ γιόγκα/εκκίνησης/του κεφαλιού/ξεκούρασης/των ποδιών/προσευχής/ύπνου. Ερωτικές ~εις (βλ. κάμα σούτρα). Λάθος/σωστή ~ του σώματος. Άσκηση σε όρθια ~. Άλλαξε ~, δεν μούδιασες; Κοιμάται στην ίδια πάντα ~. Κακή ~ (μπροστά) στον υπολογιστή.|| (ΦΩΤΟΓΡ., κυρ. παλαιότ.) Φιλμ δώδεκα/τριάντα έξι ~εων. Πβ. πόζα. 4. εξέγερση εναντίον νόμιμης Αρχής: ένοπλη ~. ~ κρατουμένων. ~ στο στράτευμα/στις φυλακές. Υποκίνηση ~ης/σε ~. Κατέστειλαν τη ~. Βλ. επανάσταση. ΣΥΝ. ανταρσία 5. (επίσ.) διακοπή ενέργειας, διαδικασίας: ~ εργασιών/λειτουργίας/συναλλαγών. Πβ. αναστολή, παύση. ● ΣΥΜΠΛ.: στάση εργασίας: κινητοποίηση εργαζομένων κατά την οποία διακόπτουν την εργασία τους για διάστημα λιγότερο από μία εργάσιμη μέρα: πανελλαδική/προγραμματισμένη ~ ~. Αναστέλλουν τη/κηρύσσουν ~ ~. Οι εργάτες έκαναν/πραγματοποίησαν δίωρη ~ ~. [< αγγλ. work stoppage, 1943] , στάση ζωής: συνειδητή επιλογή τρόπου αντιμετώπισης των καταστάσεων του βίου: αισιόδοξη/αξιοθαύμαστη/αρνητική/θετική/συντηρητική ~ ~. Ο εθελοντισμός/η οικολογία/η φιλανθρωπία ως ~ ~. , στάση πληρωμών βλ. πληρωμή, στάση προσοχής βλ. προσοχή, υπηρεσία μιας στάσης βλ. υπηρεσία, φώτα θέσης βλ. φως ● ΦΡ.: έλλειψη χρημάτων, στάση εμπορίου: η εμπορική δραστηριότητα διακόπτεται, όταν δεν υπάρχουν χρήματα., εν στάσει (λόγ.): κατά τη διάρκεια που κάποιος ή κάτι (συνήθ. όχημα) δεν κινείται: φορτηγό ~ ~. Όταν έγινε το ατύχημα, ήμασταν ~ ~. ΑΝΤ. εν κινήσει, τηρώ/κρατώ στάση αναμονής βλ. αναμονή [< αρχ. στάσις, γαλλ. stase, αγγλ. stasis]

σύμβαση

σύμβασησύμ-βα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. επίσημη συμφωνία (δικαιοπραξία) που κατοχυρώνεται νομικά μεταξύ φυσικών ή νομικών προσώπων και συνεκδ. το σχετικό έγγραφο: δημόσια/εμπορική/ετήσια/ιδιωτική/προθεσμιακή/τελωνειακή/τροποποιητική ~. Διμερείς/διπλωματικές/ευρωπαϊκές/πολυμερείς ~άσεις. ~ δανείου (= δανειακή ~)/παροχής υπηρεσιών (διαδικτύου)/συνεργασίας/υπεργολαβίας/χρονομεριστικής μίσθωσης. ~άσεις δημοσίων έργων. Διεθνής ~ για τα δικαιώματα του παιδιού (ΣΥΝ. συνθήκη). ~ παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (: ο εργαζόμενος καθορίζει ο ίδιος τις συνθήκες, όπως τον τόπο, χρόνο και τρόπο εργασίας του, χωρίς να υπόκειται στην εποπτεία και τον έλεγχο του εργοδότη). Ακύρωση/ανάθεση/ανανέωση/διάρκεια/εκτέλεση/εφαρμογή/καταγγελία/λήξη/όροι/παραβίαση/παράταση/σύναψη/σχέδιο/τροποποίηση/υπογραφή ~ης. ~ αξίας/ύψους ... ευρώ. Εγκρίθηκε/επικυρώθηκε η ~ πώλησης ... Η ~ ανατέθηκε στην εταιρεία ... Εργάζομαι με ~. Με ~ παραχώρησης θα προχωρήσει η κατασκευή του νέου αυτοκινητόδρομου. Πβ. σύμφωνο.|| Υπεγράφη προγραμματική ~ για την ανάπλαση της πλατείας. Πβ. συμβόλαιο. Βλ. αυτο~. 2. {συνήθ. στον πληθ.} κανόνες που προκύπτουν από ρητή ή σιωπηρή συμφωνία μεταξύ ατόμων ή κοινωνικών ομάδων· κατ' επέκτ. (συχνά μειωτ.) ό,τι ισχύει μόνο τυπικά, άνευ ουσίας: Αδιαφορεί για τις κοινωνικές ~άσεις (: πρότυπα συμπεριφοράς κοινωνικώς αποδεκτά). Ήρθε σε ρήξη με τις αφηγηματικές/θεατρικές ~άσεις της εποχής του. Στο παρόν έγγραφο χρησιμοποιούνται οι εξής τυπογραφικές ~άσεις ...|| Εξακολουθούν να ζουν μαζί από ~ (= συμβατικά). ● ΣΥΜΠΛ.: σύμβαση (ανάθεσης/μίσθωσης) έργου: ΝΟΜ. σύμβαση εργασίας για υλοποίηση συγκεκριμένου έργου έναντι αμοιβής., σύμβαση (εργασίας): ΝΟΜ. συμφωνία ανάμεσα σε εργαζόμενο και εργοδοσία που αφορά τον μισθό, το ωράριο και τις συνθήκες για παροχή συγκεκριμένης εργασίας: ατομική ~ ~. Συλλογική ~ ~ (: μεταξύ των συνδικάτων των εργαζομένων και των εργοδοτών για τους όρους εργασίας). ~ αορίστου/ορισμένου χρόνου (: ανάλογα με το αν η διάρκειά της καθορίζεται ή όχι). ~ εξαρτημένης εργασίας (: βάσει της οποίας ο μισθωτός προσφέρει τις υπηρεσίες του υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του εργοδότη)., σύμβαση(-)πλαίσιο: που περιλαμβάνει γενικές κατευθυντήριες αρχές και εναπόκειται στα συμβαλλόμενα μέρη να καθορίσουν τις επιμέρους διατάξεις της: ~ ~ για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων. [< γαλλ. convention(-)cadre, αγγλ. framework/outline convention] , ασφαλιστική σύμβαση βλ. ασφαλιστικός, ετεροβαρής σύμβαση βλ. ετεροβαρής ● ΦΡ.: επί συμβάσει: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. με σύμβαση εργασίας: μόνιμο ή ~ ~ (διοικητικό) προσωπικό. ~ ~ υπάλληλοι (= συμβασιούχοι) του Δημοσίου., κατά σύμβαση: σύμφωνα με ό,τι γίνεται αποδεκτό κατόπιν συμφωνίας ή τυπικά: Λέμε ~ ~ ότι η γέννηση του Χριστού έλαβε χώρα το έτος ένα. Πβ. κατά συνθήκη(ν). [< 1: αρχ. σύμβασις 2: γαλλ. convention]

συνάντηση

συνάντηση

συ-νά-ντη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ταυτόχρονη παρουσία προσώπων στο ίδιο σημείο τυχαία ή ύστερα από συνεννόηση· ειδικότ. καθορισμένη συγκέντρωση ατόμων ή φορέων για συγκεκριμένο σκοπό: αναπάντεχη/ανέλπιστη ~. ~ γνωριμίας (βλ. ραντεβού). ~ της οικογένειας/της παρέας/(παλιών) συμμαθητών/των ενοίκων της πολυκατοικίας (βλ. συνέλευση). Καλλιτεχνική ~ (πβ. συνεύρεση). Η ~ με τον δάσκαλό μου με συγκίνησε. Πβ. αντάμωση, συναπάντημα.|| Ανοιχτή/άτυπη/διεθνής/εβδομαδιαία/έκτακτη/επίσημη/επιστημονική/ετήσια/καθιερωμένη/κρίσιμη/μαραθώνια/μυστική/παγκόσμια/πολιτική/προγραμματισμένη/σύντομη/τακτική/υβριδική ~. ~ εκπροσώπων/ηγετών/καλλιτεχνών/μελών/υπουργών. Η ατζέντα/το θέμα/τα πρακτικά/τα συμπεράσματα μιας ~ης. Διεξαγωγή/οργάνωση/πραγματοποίηση ~ης. Ο πρωθυπουργός είχε ~ με τον ομόλογό του ... (πβ. επαφές). 2. ΑΘΛ. αναμέτρηση, αγώνας: ποδοσφαιρική (πβ. ματς)/σκακιστική/φιλική ~. Διοργάνωση αθλητικών ~ήσεων. Πβ. μίτινγκ. 3. (μτφ.) διασταύρωση, προσέγγιση ή επαφή: ~ δρόμων/πλανητών/ποταμών.|| (μτφ.) ~ (μεταξύ δύο) θρησκειών/ιδεολογιών/κόσμων/πολιτισμών. ~ Ανατολής και Δύσης/ιστορίας και μύθου. ● ΣΥΜΠΛ.: συνάντηση εργασίας: συνάντηση για συζήτηση, μελέτη και δραστηριοποίηση πάνω σε συγκεκριμένο αντικείμενο, πρόβλημα: τεχνική ~ ~. ΣΥΝ. εργαστήριο (5) [< αγγλ. workshop, 1937] , συνάντηση κορυφής: ανεπίσημη συνήθ. συνάντηση πολιτικών αρχηγών για διεθνή θέματα και κατ' επέκτ. προσώπων που βρίσκονται στην κορυφή της ιεραρχίας οργανισμού ή επιχείρησης για εσωτερικά ζητήματα: έκτακτη ~ ~ των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. σύνοδος κορυφής). [< αγγλ. summit meeting, 1955] [< αρχ. συνάντησις, γαλλ. réunion]

υπόθεση

υπόθεση[ὑπόθεση] υ-πό-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. αντικείμενο φροντίδας ή ενασχόλησης· ειδικότ. σοβαρό κυρ. ζήτημα το οποίο απασχολεί τον άνθρωπο ή την κοινωνία: ανδρική/ατομική/γυναικεία/ιδιωτική/κοινωνική/προσωπική ~. Πρέπει να τακτοποιήσω κάποιες οικογενειακές ~έσεις. Το να συνεννοηθείς μαζί του δεν είναι απλή/εύκολη/μικρή ~. (προφ.) Αυτό είναι δική μου ~. Να μην ανακατεύεσαι σε ξένες ~έσεις/στις ~έσεις των άλλων. Κάνεις θέμα για ~ μισής ώρας; Πάντα εγώ γίνομαι/είμαι ο κακός της ~ης.|| Βάσιμη/δημόσια/εθνική/επίμαχη/σκοτεινή ~. Διαλεύκανση/διερεύνηση/έκβαση/εξιχνίαση/επανεξέταση/ιστορικό/ουσία/πτυχή της ~ης. ~ τιμής. Εξελίξεις στην ~ δολοφονίας/της εξαφάνισης (ανηλίκου)/του σκανδάλου/της τρομοκρατίας. Η προστασία του περιβάλλοντος είναι ~ όλων μας (: μας αφορά όλους). Η ανακαίνιση του κτιρίου είναι δαπανηρή ~. Yπηρεσία Εσωτερικών/Εξωτερικών ~έσεων. Πβ. γεγονός, θέμα, πρόβλημα, συμβάν. 2. οτιδήποτε θεωρείται ως αποδεκτό, δεδομένο ή πραγματικό, προκειμένου να αποτελέσει στη συνέχεια βάση συζήτησης, να οδηγήσει σε κάποιο συμπέρασμα ή να επαληθευτεί η ορθότητά του: εσφαλμένη/σωστή ~. Έχει διατυπωθεί η ~ ότι … Κάνουμε μόνο ~έσεις (: δεν είμαστε βέβαιοι). Στηρίζομαι σε/συζητώ με ~έσεις. Πβ. εικασία.|| Επιστημονική ~ (= θεωρία). Οι ερευνητές διατύπωσαν την ~ ότι ...|| (ΜΑΘ.) Επαγωγική ~. Βλ. έστω.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) Μηδενική ~. 3. πλοκή λογοτεχνικού, κινηματογραφικού ή θεατρικού έργου: ταινία με πρωτότυπη ~. Λίγα λόγια για την ~ (του βιβλίου/της παράστασης). Στη μέση της ~ης (= in medias res· βλ. εγκιβωτισμός). Πβ. ιστορία, στόρι. 4. δίκη ή το αντικείμενό της: αστικές/νομικές/ποινικές ~έσεις. Άλυτες ~έσεις. ~ απάτης/αρχαιοκαπηλίας/εκβίασης/κληρονομιάς/υιοθεσίας. Αναβολή/δικογραφία/εκδίκαση/κλείσιμο/ολοκλήρωση/στοιχεία της ~ης. Κέρδισε/έχασε την ~. Εκκρεμεί η ~ ... Ανοίγει ξανά ο φάκελος της ~ης. Ποιος (δικηγόρος) ανέλαβε την ~; Ήρθαν στο φως νέα στοιχεία για την πολύκροτη ~. 5. ΓΡΑΜΜ. το πρώτο μέρος υποθετικού λόγου, με τη μορφή δευτερεύουσας υποθετικής πρότασης: π.χ. Αν κάνει καλό καιρό αύριο, ... ● ΣΥΜΠΛ.: υπόθεση εργασίας: προτεινόμενη εξήγηση μιας σειράς φαινομένων η οποία γίνεται προσωρινά αποδεκτή ως βάση για περαιτέρω διερεύνηση: κεντρική ~ ~. [< αγγλ. working hypothesis] , αναθεώρηση/αναψηλάφηση της δίκης/της υπόθεσης βλ. αναθεώρηση, χαμένη υπόθεση βλ. χαμένος ● ΦΡ.: το ... της υπόθεσης/του πράγματος/της ιστορίας & το ... στην υπόθεση είναι ότι ...: για χαρακτηρισμό μιας κατάστασης: Το δύσκολο/κακό/καλό/κουφό/παράδοξο/περίεργο ~ ~ είναι ότι ..., το γελοίο(ν)/το αστείο της υπόθεσης/του πράγματος/του θέματος βλ. γελοίος, υπόθεση δευτερολέπτων βλ. δευτερόλεπτο [< αρχ. ὑπόθεσις, γαλλ. affaire 2: αγγλ. hypothesis, γαλλ. hypothèse, γερμ. Hypothese]

φόρτος

φόρτοςφόρ-τος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): καθετί που αποτελεί πρόσθετο βάρος για κάποιον, που τον επιβαρύνει: αυξηµένος/επαγγελματικός/συναισθηματικός ~. Διοικητικός ~ επιχειρήσεων (βλ. γραφειοκρατία). Πβ. φορτίο, φόρτωμα.|| (ΙΑΤΡ.) Γαστρικός/στομαχικός ~ (βλ. βαρυστομαχιά). ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλοφοριακός φόρτος (επίσ.): (δείκτης απεικόνισης της κινητικότητας σε έναν αυτοκινητόδρομο) ο αριθμός οχημάτων που διέρχονται από μια διατομή οδού μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα, συνήθ. ανά ώρα: μεγάλος ~ ~ (= αυξημένη κίνηση) στην εθνική οδό., φόρτος εργασίας 1. υπερβολικά πολλή δουλειά: υψηλός ~ ~. Η συνάντηση αναβάλλεται λόγω ~ου ~. Βλ. υπεραπασχόληση. 2. (ειδικότ.) το σύνολο των εργασιών που πρέπει να φέρει σε πέρας κάποιος, συνήθ. μέσα σε καθορισμένο χρονικό διάστημα: Σε κάθε μάθημα του εξαμήνου αναλογεί συγκεκριμένος ~ ~. [< αγγλ. workload, 1946] [< αρχ. φόρτος ‘φορτίο, εμπόρευμα’]

φύλλο

φύλλοφύλ-λο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. {συνήθ. στον πληθ.} καθένα από τα λεπτά, πεπλατυσμένα, μεμβρανώδη και συνήθ. πράσινα μέρη που εκφύονται στον βλαστό ή τα κλαδιά των φυτών και των δέντρων, το οποίο αποτελεί βασικό όργανο της φωτοσύνθεσης, της διαπνοής και της αναπνοής: απολιθωμένα/βελονοειδή/κίτρινα/μαραμένα/ξερά/οδοντωτά/πεσμένα/σαρκώδη/σκληρά/σχιστά/χλωρά ~α. ~α δάφνης/ελιάς/καπνού/κάππαρης. Τα μέρη/νεύρα του ~ου. Το θρόισμα των ~ων. Δέντρα που ρίχνουν τα ~α τους τον χειμώνα (= φυλλοβόλα). Πέφτουν τα ~α. Η ροδιά άρχισε να βγάζει ~α. Βλ. παράφυλλα, φύλλωμα.|| Σαλάτα με ~α ρόκας.|| Τρέμω σαν το ~ (: από τον φόβο ή το κρύο). 2. ΒΟΤ. {συνήθ. στον πληθ.} πέταλο: τα ροζ ~α του τριαντάφυλλου. Πβ. σέπαλο. 3. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε μοιάζει με φύλλο δέντρου: ακρυλικά/ξύλινα/πλαστικά/πολυκαρβονικά/χαλύβδινα ~α. ~α αλουμινίου/αμιάντου/γυαλιού/ζελατίνης/καπλαμά. Στεφάνι από ~α χρυσού.|| Φούστα με ~α (: κομμάτια υφάσματος ραμμένα μαζί). 4. εφημερίδα: απογευματινό/ημερήσιο/κυριακάτικο/πρωινό/σημερινό ~. ~ της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Αριθμός ~ου. Έκδοση/κυκλοφορία του ~ου. Αρχείο ~ων. Βλ. τεύχος. 5. ορθογώνιο συνήθ. κομμάτι χαρτιού: άκοπα/ανταλλακτικά/τυπογραφικά ~α. ~α εκτύπωσης/ντοσιέ/σημειώσεων. Τα ~α του βιβλίου/τετραδίου. Διπλώνω/κόβω/σκίζω/τσαλακώνω ένα ~. Γράψτε το όνομά σας σε ένα ~. Μπλοκ ριγέ πενήντα ~ων.|| Το γύρισε το ~ (: άλλαξε τακτική). Πβ. σελίδα. Βλ. εξώ-, οπισθό-, παρά-φυλλο. ΣΥΝ. κόλλα (2) 6. επίσημο συνήθ. έγγραφο που έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο ή εξυπηρετεί ορισμένο σκοπό: ενημερωτικό/συμπληρωματικό ~. ~ αδείας/αξιολόγησης (εκπαιδευτικού/μαθητή)/ασκήσεων/ελέγχου/καταχώρισης (αποδείξεων)/μισθοδοσίας/υπολογισμού (αξίας ακινήτου). Φυλάξτε το ~ οδηγιών χρήσης (πβ. μπροσούρα, προσπέκτους). Πβ. φυλλάδιο. 7. ΜΑΓΕΙΡ. πλατύ στρώμα ζύμης, κατάλληλο κυρ. για πίτες και γλυκίσματα: έτοιμο/λεπτό/παραδοσιακό/τραγανό/χωριάτικο ~. ~ κουρού/σφολιάτας. Πολύ λεπτό ~ ζύμης για μπακλαβά. Ανοίγω ~. Απλώνουμε το ~ σε βουτυρωμένο ταψί. 8. τραπουλόχαρτο: Ανακατεύω τα ~α. Παίρνω/πετάω/ρίχνω/τραβάω ένα ~.|| Ποιος κάνει ~α (: μοιράζει); Έχω κακό/καλό ~ (: συνδυασμό χαρτιών· πβ. χέρι). ΣΥΝ. χαρτί (4) 9. κινητό τμήμα παραθύρου, πόρτας ή επίπλου: αναδιπλούμενα ~α. Τα ~α της ντουλάπας. Βλ. (παρα)θυρόφυλλο. ● Υποκ.: φυλλαράκι (το): κυρ. στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: κινητά φύλλα: άδετες κόλλες χαρτιού: Βιβλία/κώδικες που τηρούνται σε ~ ~. Βλ. δελτίο, καρτέλα., κίτρινο φύλλο αγώνα: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) αντίγραφο του φύλλου αγώνα που παίρνει η ομάδα που χάνει· συνεκδ. ήττα., ροζ φύλλο αγώνα: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) αντίγραφο του φύλλου αγώνα που παίρνει η νικήτρια ομάδα· συνεκδ. νίκη., υπολογιστικό/λογιστικό φύλλο: ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό που χρησιμοποιείται κυρ. για αριθμητικούς υπολογισμούς, στο οποίο τα δεδομένα οργανώνονται σε στήλες και κελιά: επεξεργασία ~ών ~ων. [< αγγλ. spreadsheet, 1981] , φύλλο αγώνα & (λόγ.) αγώνος (επίσ.): ΑΘΛ. (στα ομαδικά αθλήματα) επίσημο έγγραφο στο οποίο καταγράφονται πληροφορίες σχετικές με συγκεκριμένο αγώνα και όλα τα συμβάντα που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκειά του και αμέσως μετά τη λήξη του: Το ~ ~ καίει τους γηπεδούχους (: είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικό γι' αυτούς)., φύλλο εργασίας 1. ΠΛΗΡΟΦ. λογιστικό φύλλο. 2. κομμάτι χαρτιού συνήθ. με ασκήσεις, ερωτήσεις: ~ ~ στη Χημεία. [< 2: αγγλ. worksheet, 1930] , ωραίο φύλλο: ΒΟΤ. κολεός., φύλλο κρούστας βλ. κρούστα, φύλλο πορείας βλ. πορεία, φύλλο συκής βλ. συκή ● ΦΡ.: ούτε ένα πράσινο φύλλο (μτφ.-προφ.): απολύτως τίποτα: Δεν μου έφερε ~ ~ από το ταξίδι του., φύλλο (και) φτερό (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί εξονυχιστικός έλεγχος ή διάλυση, ολοκληρωτική καταστροφή: Έκαναν ~ ~ το σπίτι του, για να βρουν ενοχοποιητικά στοιχεία.|| Με το που άνοιξα το βιβλίο, έγινε ~ ~., δεν κουνάει/κουνιέται φύλλο βλ. κουνώ, δίνω φύλλο πορείας (σε κάποιον) βλ. δίνω [< 1,2: αρχ. φύλλον, γαλλ. feuille 2: μεσν. ~. 7: πβ. αγγλ. phyllo & filo, 1950 8: ιταλ. carte]

ψυχολογία

ψυχολογίαψυ-χο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΨΥΧΟΛ. επιστήμη που μελετά τη συμπεριφορά και τις ψυχικές λειτουργίες του ανθρώπου· συνεκδ. η αντίστοιχη επιστημονική μελέτη ή το σχετικό πανεπιστημιακό μάθημα ή σύγγραμμα: αναλυτική/αναπτυξιακή/ανθρωπιστική/βιολογική (= βιο~)/γενική/διαπολιτισμική/δικαστική (ή εγκληματολογική)/επαγγελματική/εσωτερική (βλ. παρα~)/εφαρμοσμένη/θετική/ιατρική/οικονομική/ομαδική/πειραματική (βλ. ψυχομετρία)/ποιμαντική/πολιτική/συγκριτική/συνειρμική/σχολική/τουριστική/υπαρξιακή/φαινομενολογική/φιλοσοφική/φροϋδική/φυσιολογική (= ψυχοφυσιολογία) ~. ~ του αθλητισμού (ή αθλητική ~)/της αντίληψης/των ατομικών διαφορών (ή διαφορική ~)/της διαφήμισης/του εαυτού/του Εγώ/του εφήβου (ή εφηβική ~)/των κινήτρων/των λαών (βλ. εθνο~)/της μάθησης/του παιδιού (ή παιδική ~· ΣΥΝ. παιδο~)/της προσωπικότητας/της συμπεριφοράς (= συμπεριφορισμός)/της Τέχνης/της τρίτης ηλικίας/της υγείας/των χρωμάτων. ~ της απασχόλησης/εκπαίδευσης/εργασίας/θρησκείας/οικογένειας. ~ των πελατών/του προσωπικού. Η ~ του πολέμου. || (κατ' επέκτ.) ~ των ζώων. Βλ. μετα~, μορφο~, νευρο~, -λογία. 2. (κατ' επέκτ.) ψυχισμός, ψυχοσύνθεση· ψυχολογική κατάσταση: η ανδρική/γυναικεία ~. Η ~ του καταναλωτή/των χαρακτήρων (ενός μυθιστορήματος· βλ. χαρακτηρολογία). Βαθύς γνώστης της (ανθρώπινης) ~ας (βλ. συναισθηματική νοημοσύνη). Πβ. ιδιο-συγκρασία, -συστασία.|| Έχει αρνητική/άσχημη/εύθραυστη/κακή ~. Πήγε στις εξετάσεις με ανεβασμένη/πεσμένη ~. (προφ.) Η ~ μου είναι χάλια. Η νίκη άλλαξε/ενίσχυσε/τόνωσε την ~ τους. Η έλλειψη ~ας οδήγησε στην ήττα. ● ΣΥΜΠΛ.: ατομική ψυχολογία: ΨΥΧΟΛ. εξετάζει την ανθρώπινη προσωπικότητα ως αδιαίρετο σύνολο, ολότητα., βιομηχανική ψυχολογία & οργανωτική/εργασιακή ψυχολογία & ψυχολογία της εργασίας: ΨΥΧΟΛ. έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή ψυχολογικών θεωριών για την κατάλληλη διαχείριση του εργατικού δυναμικού και την αντιμετώπιση προβλημάτων που παρουσιάζουν οι εργαζόμενοι στον χώρο της εργασίας. [< αγγλ. industrial psychology, περ. 1924] , γενετική ψυχολογία: ΨΥΧΟΛ. μελετά την επίδραση των γενετικών παραγόντων στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ανθρώπου. Βλ. αναπτυξιολογία. [< αγγλ. genetic psychology, 1909] , εκπαιδευτική/παιδαγωγική ψυχολογία: ασχολείται με την εφαρμογή ψυχολογικών μεθόδων και κυρ. επιστημονικών δοκιμασιών, για την αντιμετώπιση εκπαιδευτικών θεμάτων, όπως είναι η αξιολόγηση των μαθητών. ΣΥΝ. Ψυχοπαιδαγωγική [< αγγλ. educational psychology] , μορφολογική ψυχολογία & ψυχολογία της μορφής: ΨΥΧΟΛ. εξετάζει την ανθρώπινη αντίληψη και συμπεριφορά ως οργανωμένο σύνολο, ολιστικά, και όχι ως άθροισμα μεμονωμένων αντιδράσεων σε ερεθίσματα. [< γερμ. Gestaltpsychologie, αγγλ. Gestalt psychology, 1924] , συμβουλευτική ψυχολογία: ΨΥΧΟΛ. ασχολείται με την αποκατάσταση της ψυχικής υγείας του ανθρώπου και την προώθηση της αυτογνωσίας του, ώστε να φτάσει στην αυτοπραγμάτωση. [< αγγλ. counseling psychology] , ψυχολογία του βάθους: ΨΥΧΟΛ. μελετά τον ρόλο του υποσυνείδητου στην ψυχική ζωή. Πβ. ψυχανάλυση. [< γερμ. Tiefenpsychologie, αγγλ. depth psychology, 1924] , γνωστική ψυχολογία βλ. γνωστικός1, εξελικτική ψυχολογία βλ. εξελικτικός, κλινική ψυχολογία βλ. κλινικός, κοινωνική ψυχολογία βλ. κοινωνικός, ομαδική ψυχολογία βλ. ομαδικός, ψυχολογία της μάζας/των μαζών/του όχλου/του πλήθους βλ. μάζα [< γαλλ. psychologie, γερμ. Psychologie, αγγλ. psychology]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.