Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • εσθήτα [ἐσθήτα] ε-σθή-τα ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): γυναικείο φόρεμα, συνήθ. επίσημο: βασιλική/νυφική ~.|| Η ιερή ~ της Θεομήτορος. [< αρχ. ἐσθής ‘ένδυμα’]