Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • εστραγκόν [ἐστραγκόν] ε-στρα-γκόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. κηπευτικό, αρωματικό φυτό (επιστ. ονομασ. Artemisia dracunculus) του οποίου ο μίσχος και τα φύλλα χρησιμοποιούνται στη μαγειρική ως καρυκεύματα· το ίδιο το άρτυμα: ξερό/φρέσκο/ψιλοκομμένο ~. Πβ. αρτεμισία, δρακοντιά. [< γαλλ. estragon]