Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ετεροαπασχολούμαι [ἑτεροαπασχολοῦμαι] ε-τε-ρο-α-πα-σχο-λού-μαι ρ. (αμτβ.) {ετεροαπασχολ-είται, -ούνται, κυρ. στον ενεστ. κ. στη μτχ. -ούμενος} 1. απασχολούμαι σε διαφορετική εργασία από αυτή για την οποία έχω ειδικευτεί: Πολλοί πτυχιούχοι είναι άνεργοι, υποαπασχολούνται ή ~ούνται. ~ούμενοι: εργαζόμενοι (βλ. ημιαπασχολούμενος). 2. (σπάν.) έχω δεύτερη εργασία: Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι που ~ούνται.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.