ετυμολογία [ἐτυμολογία] ε-τυ-μο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. κλάδος που ασχολείται με την προέλευση και την ιστορία των λέξεων και των σημασιών τους· η διαδικασία και το αποτέλεσμα ανεύρεσής της: επιστημονική ~. Αβέβαιη/άγνωστη/πειστική/πιθανή/σκοτεινή ~ (ΣΥΝ. έτυμο(ν)). Πβ. ετυμολόγηση. Βλ. -λογία, παρ~. ● ΣΥΜΠΛ.: λαϊκή ετυμολογία: μεταβολή της μορφής μιας δάνειας ή λόγιας λέξης με βάση την εσφαλμένη ετυμολογική της σύνδεση με άλλη, πιο γνωστή ή καλύτερα κατανοητή, π.χ. γιουβαρλάκι < γιουβαρελάκι (από το βαρέλι), τένοντας < τέντονας (από το τεντώνω). Πβ. παρετυμολογία. [< γερμ. Volksetymologie] [< μτγν. ἐτυμολογία, γερμ. Etymologie, γαλλ. étymologie, αγγλ. etymology]
-λογία
-λογίαεπίθημα θηλυκών ουσιαστικών που αναφέρεται σε 1. επιστημονικό κλάδο ή τομέα: βιο~/γλωσσο~/επιστημο~/θεο~/κοινωνιο~/ορυκτο~/παθο~/πετρο~/φιλο~/ψυχο~. Βλ. -ικός.2. λόγο, λόγια: ακριβο~/αντι~/απο~/δικαιο~/ηθικο~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Αερο~/εκλογο~/καταστροφο~/κενο~/πολυ~. Αισχρο~ (βλ. -λόγος)/δαιμονο~/κινδυνο~.|| (ομιλία) Δευτερο~.3. σύνολο συγκεντρωμένων στοιχείων, αρχών, κανόνων: (περιληπτ.) θεματο~ (πβ. -γραφία). Νομο~.|| (συλλογή) Aνθο~ (βλ. -λόγιο).|| Δεοντο~/μεθοδο~.4. προσδιορισμό, καθορισμό ή στο αποτέλεσμά τους: βαθμο~ (πβ. βαθμολόγηση)/δοσο~/χρονο~. Βλ. -λογώ.
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.