Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ευγενικός , ή, ό [εὐγενικός] ευ-γε-νι-κός επίθ. ΣΥΝ. ευγενής 1. που διακρίνεται από ευγένεια: (για πρόσ.) ~ός: υπάλληλος. ~ή: φυσιογνωμία/ψυχή. ~ό: προσωπικό. ~ και εξυπηρετικός/φιλικός με όλους. Είναι ~ στον κόσμο/απέναντί του. || ~ή: απάντηση/ερώτηση/παράκληση/πρόσκληση/συμπεριφορά/χειρονομία. ~ό: σχόλιο/χαμόγελο. ~οί: τρόποι. ~ές: παραινέσεις/συστάσεις. ~ά: λόγια. Πβ. αβρός, λεπτός. ΑΝΤ. αγενής, αυθάδης 2. που χαρακτηρίζεται από υψηλά ιδανικά ή ανώτερη ποιότητα· που δείχνει αλτρουισμό, φιλανθρωπία: ~ός: σκοπός. ~ή: επιδίωξη/προσπάθεια/σκέψη/τέχνη. ~ά: αισθήματα.|| ~ή: παραχώρηση/προσφορά/χορηγία. 3. (σπανιότ.) που αναφέρεται στους ευγενείς: ~ή: καταγωγή. ~ές: καταβολές. Πβ. αριστοκρατ-, αρχοντ-ικός. ● επίρρ.: ευγενικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στη σημ. 1. [< μεσν. ευγενικός < αρχ. εὐγενής]