Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ευγνώμων , ων, ον [εὐγνώμων] ευ-γνώ-μων επίθ. {ευγνώμ-ονος, -ονα (ουδ. αρχαιοπρ. εύγνωμον) | -ονες (ουδ. -ονα)} (λόγ.) & (σπάν.) ευγνώμονας: που αισθάνεται ευγνωμοσύνη: ~ στους συνεργάτες και φίλους. ~ προς τους γονείς/την οικογένειά μου. Σε ευχαριστώ και δηλώνω/νιώθω ~. Παραμένω ~ για τον κόπο σας. Θα σας ήμουν (βαθύτατα) ~ αν ... (Σε επιστολές) Σου είμαι ~ (= σε ευγνωμονώ) και σε ευχαριστώ για το ενδιαφέρον/που με βοήθησες. Με ~ονα αισθήματα. Πβ. υπόχρεος, υποχρεωμένος. ΑΝΤ. αγνώμων, αχάριστος ● επίρρ.: ευγνωμόνως [< μτγν. εὐγνώμων ‘ευγενικός, συνετός’]