Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ευθυκρισία [εὐθυκρισία] ευ-θυ-κρι-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σωστή και δίκαιη κρίση, αντίληψη, σκέψη: πολιτική ~ (: ορθοφροσύνη). Αντικειμενικότητα/διορατικότητα/οξυδέρκεια και ~. Η ~ των δικαστών. Πβ. δικαιοκρισία. Βλ. ακρισία.

ακρισία

ακρισία[ἀκρισία] α-κρι-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): έλλειψη ορθής εκτίμησης γεγονότων, καταστάσεων ή προσώπων· (συνεκδ. στον πληθ.) άκριτος λόγος ή πράξη: κοινωνική/πολιτική ~.|| Λάθη και ~ες. Πβ. απερισκεψία, επιπολαιότητα. [< μτγν. ἀκρισία]