Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • ευθύς , εία, ύ [εὐθύς] ευ-θύς επίθ. {ευθ-έος | -είς (ουδ. -έα), -έων (θηλ. -ειών)} 1. που ακολουθεί ευθύγραμμη κατεύθυνση, ίσιος: ~ύς: δρόμος. ~εία: γραμμή (ΑΝΤ. καμπύλη, τεθλασμένη)/διαδρομή/πορεία. Σε ~εία (= ίσια) θέση. ΑΝΤ. κυματοειδής, στραβός (1) 2. (μτφ.) άμεσος, ειλικρινής, ντόμπρος: ~εία: αμφισβήτηση/αντιπαράθεση/απάντηση/επίθεση/σύγκρουση. ~ύ: βλέμμα. ΑΝΤ. έμμεσος, πλάγιος.|| (για πρόσ.) Τίμιος και ~ άνθρωπος. ~ στις κρίσεις/παρατηρήσεις του. ● ΣΥΜΠΛ.: ευθεία γωνία: ΓΕΩΜ. που είναι ίση με 180°., ευθεία ερώτηση: ΓΡΑΜΜ. σε ευθύ λόγο: Η ερώτηση "Θα έρθεις αύριο;" είναι μια ~ ~. ΑΝΤ. πλάγια ερώτηση, ευθεία οδός 1. ίσιος δρόμος: οδήγηση σε ~ ~ό. 2. (μτφ.) τρόπος ζωής που ακολουθεί τους ηθικούς ή κοινωνικούς κανόνες., ευθύς λόγος: ΓΛΩΣΣ. η μεταφορά των λόγων ενός προσώπου όπως ακριβώς ειπώθηκαν: π.χ. Είπε "θα αργήσω". ΑΝΤ. πλάγιος λόγος ● ΦΡ.: σε ευθεία γραμμή 1. ίσια: αποστάσεις ~ ~. Σώμα που κινείται ~ ~. 2. ΝΟΜ. για πρόσωπα πoυ κατάγovται τo έvα από τo άλλo: συγγένεια εξ αίματος ~ ~. Έvα άτoμo είvαι συγγεvής ~ ~ με τo παιδί ή τo εγγόvι τoυ καθώς και με τov πατέρα ή τη γιαγιά τoυ. Βλ. κατευθείαν γραμμή. ΑΝΤ. (συγγενείς/συγγένεια) σε πλάγια γραμμή/εκ πλαγίου 3. (μτφ.) σε πλήρη αντιστοιχία. ● βλ. ευθεία, ευθέως [< αρχ. εὐθύς, γαλλ.-αγγλ. direct]
  • ευθύς [εὐθύς ] ευ-θύς επίρρ.: χωρίς καθυστέρηση, αργοπορία, αμέσως: ~ μετά το πέρας της συνεδριάσεως. ~ μόλις διαπιστώθηκε το λάθος, διορθώθηκε. Πβ. πάραυτα. ● ΦΡ.: ευθύς αμέσως (επιτατ.): χωρίς καμιά καθυστέρηση: Εξηγώ τι θέλω να πω ~ ~. ΣΥΝ. παρευθύς, ευθύς εξαρχής (επιτατ.): από το ξεκίνημα, από την πρώτη στιγμή: Ζητώ ~ ~ συγγνώμη. ~ ~ θέλω να καταστήσω σαφές ότι ..., ευθύς ως (λόγ.): αμέσως μόλις: ~ ~ εκδοθεί η απόφαση, θα σας ενημερώσουμε. [< αρχ. ευθύς]

ευθεία

ευθεία[εὐθεῖα] ευ-θεί-α ουσ. (θηλ.) {ευθει-ών} 1. ΓΕΩΜ. γραμμή απείρου μήκους και μηδενικού πάχους, χωρίς αρχή και τέλος, εντελώς ίσια, χωρίς κανένα καμπυλόγραμμο ή τεθλασμένο τμήμα, που δίνει την εικόνα απόλυτα τεντωμένου νήματος: κάθετες/παράλληλες ~ες. Μία ~ ορίζεται από δύο σημεία. Σημείο τομής των δύο ~ών. Τραβώ μια ~ με τον χάρακα. Βλ. ευθύγραμμο τμήμα, ημι~. 2. ίσιος δρόμος: στην ~ της λεωφόρου/του λιμανιού/της περιφερειακής. Πβ. ευθεία οδός. ● ΣΥΜΠΛ.: τελική ευθεία 1. (μτφ.) το τελευταίο στάδιο πριν από την επίτευξη ενός στόχου: Είναι στην ~ ~ για τις εξετάσεις/το πτυχίο. Το νομοσχέδιο βρίσκεται στην ~ ~. Η προεκλογική εκστρατεία εισέρχεται/μπήκε στην ~ ~. Σε ~ ~ η υπογραφή της συμφωνίας. Πβ. τελικό στάδιο. 2. ΑΘΛ. η ευθεία του στίβου, από την τελευταία στροφή και μέχρι το νήμα (τερματισμού). [< αγγλ. finishing stretch] , ασύμβατες ευθείες βλ. ασύμβατος, ασύμπτωτη (ευθεία) βλ. ασύμπτωτος, κλίση ευθείας βλ. κλίση, παράλληλες (ευθείες) βλ. παράλληλος ● ΦΡ.: σε/στην ευθεία: σε ευθεία γραμμή ή κατεύθυνση: Βάζω τρεις πέτρες ~ ~. Γυρίζω τους τροχούς ώστε να είναι στην ~. Πβ. ίσια. ● βλ. ευθύς, κατευθείαν [< αρχ. εὐθεῖα]

κατευθείαν & κατ' ευθείαν

κατευθείαν & κατ' ευθείανκα-τευ-θεί-αν επίρρ. 1. (μτφ.) χωρίς καθυστέρηση ή μεσολάβηση, δίχως την παρεμβολή άλλου: Πάω ~ (= αμέσως, γραμμή, γρήγορα) για ύπνο! Θα μπω ~ στο θέμα. Έπεσε ~ στα βαθιά/στα δύσκολα.|| Ενημερωθείτε ~ (= άμεσα) από τους καλύτερους του είδους. Πβ. ευθέως.|| (ως επίθ.) ~ πτήση (= απευθείας, χωρίς ενδιάμεσους σταθμούς). 2. ευθεία, ίσια: Με κοιτούσε ~ στα μάτια. Προχώρησε ~ προς την/στην έξοδο. Πβ. ντουγρού, ολόισια. ● ΦΡ.: κατευθείαν γραμμή βλ. γραμμή [< μτγν. κατ΄ εὐθεῖαν]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.