ευθύς , εία, ύ [εὐθύς] ευ-θύς επίθ. {ευθ-έος | -είς (ουδ. -έα), -έων (θηλ. -ειών)} 1. που ακολουθεί ευθύγραμμη κατεύθυνση, ίσιος: ~ύς: δρόμος. ~εία: γραμμή (ΑΝΤ. καμπύλη, τεθλασμένη)/διαδρομή/πορεία. Σε ~εία (= ίσια) θέση. ΑΝΤ. κυματοειδής, στραβός (1) 2. (μτφ.) άμεσος, ειλικρινής, ντόμπρος: ~εία: αμφισβήτηση/αντιπαράθεση/απάντηση/επίθεση/σύγκρουση. ~ύ: βλέμμα. ΑΝΤ. έμμεσος, πλάγιος.|| (για πρόσ.) Τίμιος και ~ άνθρωπος. ~ στις κρίσεις/παρατηρήσεις του. ● ΣΥΜΠΛ.: ευθεία γωνία: ΓΕΩΜ. που είναι ίση με 180°., ευθεία ερώτηση: ΓΡΑΜΜ. σε ευθύ λόγο: Η ερώτηση "Θα έρθεις αύριο;" είναι μια ~ ~. ΑΝΤ. πλάγια ερώτηση, ευθεία οδός1. ίσιος δρόμος: οδήγηση σε ~ ~ό.2. (μτφ.) τρόπος ζωής που ακολουθεί τους ηθικούς ή κοινωνικούς κανόνες., ευθύς λόγος: ΓΛΩΣΣ. η μεταφορά των λόγων ενός προσώπου όπως ακριβώς ειπώθηκαν: π.χ. Είπε "θα αργήσω". ΑΝΤ. πλάγιος λόγος ● ΦΡ.: σε ευθεία γραμμή1. ίσια: αποστάσεις ~ ~. Σώμα που κινείται ~ ~.2. ΝΟΜ. για πρόσωπα πoυ κατάγovται τo έvα από τo άλλo: συγγένεια εξ αίματος ~ ~. Έvα άτoμo είvαι συγγεvής ~ ~ με τo παιδί ή τo εγγόvι τoυ καθώς και με τov πατέρα ή τη γιαγιά τoυ. Βλ. κατευθείαν γραμμή. ΑΝΤ. (συγγενείς/συγγένεια) σε πλάγια γραμμή/εκ πλαγίου 3. (μτφ.) σε πλήρη αντιστοιχία. ● βλ. ευθεία, ευθέως [< αρχ. εὐθύς, γαλλ.-αγγλ. direct]
ευθύς [εὐθύς ] ευ-θύς επίρρ.: χωρίς καθυστέρηση, αργοπορία, αμέσως: ~ μετά το πέρας της συνεδριάσεως. ~ μόλις διαπιστώθηκε το λάθος, διορθώθηκε. Πβ. πάραυτα. ● ΦΡ.: ευθύς αμέσως (επιτατ.): χωρίς καμιά καθυστέρηση: Εξηγώ τι θέλω να πω ~ ~. ΣΥΝ. παρευθύς, ευθύς εξαρχής (επιτατ.): από το ξεκίνημα, από την πρώτη στιγμή: Ζητώ ~ ~ συγγνώμη. ~ ~ θέλω να καταστήσω σαφές ότι ..., ευθύς ως (λόγ.): αμέσως μόλις: ~ ~ εκδοθεί η απόφαση, θα σας ενημερώσουμε. [< αρχ. ευθύς]
ευθεία
ευθεία[εὐθεῖα] ευ-θεί-α ουσ. (θηλ.) {ευθει-ών} 1. ΓΕΩΜ. γραμμή απείρου μήκους και μηδενικού πάχους, χωρίς αρχή και τέλος, εντελώς ίσια, χωρίς κανένα καμπυλόγραμμο ή τεθλασμένο τμήμα, που δίνει την εικόνα απόλυτα τεντωμένου νήματος: κάθετες/παράλληλες ~ες. Μία ~ ορίζεται από δύο σημεία. Σημείο τομής των δύο ~ών. Τραβώ μια ~ με τον χάρακα. Βλ. ευθύγραμμο τμήμα, ημι~.2. ίσιος δρόμος: στην ~ της λεωφόρου/του λιμανιού/της περιφερειακής. Πβ. ευθεία οδός. ● ΣΥΜΠΛ.: τελική ευθεία1. (μτφ.) το τελευταίο στάδιο πριν από την επίτευξη ενός στόχου: Είναι στην ~ ~ για τις εξετάσεις/το πτυχίο. Το νομοσχέδιο βρίσκεται στην ~ ~. Η προεκλογική εκστρατεία εισέρχεται/μπήκε στην ~ ~. Σε ~ ~ η υπογραφή της συμφωνίας. Πβ. τελικό στάδιο.2. ΑΘΛ. η ευθεία του στίβου, από την τελευταία στροφή και μέχρι το νήμα (τερματισμού). [< αγγλ. finishing stretch] , ασύμβατες ευθείες βλ. ασύμβατος, ασύμπτωτη (ευθεία) βλ. ασύμπτωτος, κλίση ευθείας βλ. κλίση, παράλληλες (ευθείες) βλ. παράλληλος ● ΦΡ.: σε/στην ευθεία: σε ευθεία γραμμή ή κατεύθυνση: Βάζω τρεις πέτρες ~ ~. Γυρίζω τους τροχούς ώστε να είναι στην ~. Πβ. ίσια. ● βλ. ευθύς, κατευθείαν [< αρχ. εὐθεῖα]
κατευθείαν & κατ' ευθείαν
κατευθείαν & κατ' ευθείανκα-τευ-θεί-αν επίρρ. 1. (μτφ.) χωρίς καθυστέρηση ή μεσολάβηση, δίχως την παρεμβολή άλλου: Πάω ~ (= αμέσως, γραμμή, γρήγορα) για ύπνο! Θα μπω ~ στο θέμα. Έπεσε ~ στα βαθιά/στα δύσκολα.|| Ενημερωθείτε ~ (= άμεσα) από τους καλύτερους του είδους. Πβ. ευθέως.|| (ως επίθ.) ~ πτήση (= απευθείας, χωρίς ενδιάμεσους σταθμούς).2. ευθεία, ίσια: Με κοιτούσε ~ στα μάτια. Προχώρησε ~ προς την/στην έξοδο. Πβ. ντουγρού, ολόισια. ● ΦΡ.: κατευθείαν γραμμή βλ. γραμμή [< μτγν. κατ΄ εὐθεῖαν]
ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα 210 3664700 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.