Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ευμνημόνευτος , η, ο [εὐμνημόνευτος] ευ-μνη-μό-νευ-τος επίθ. (λόγ.): ευκολομνημόνευτος. [< αρχ. εὐμνημόνευτος]