Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ευπροσήγορος , η, ο [εὐπροσήγορος] ευ-προ-σή-γο-ρος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): καταδεκτικός, συγκαταβατικός και γλυκομίλητος: ~η: συμπεριφορά. ~ προς τους συναδέλφους του. Ευγενικός/καλοσυνάτος/μειλίχιος και ~. Πβ. ευπρόσιτος, προσηνής. [< αρχ. εὐπροσήγορος]