Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εφήμερος , η, ο [ἐφήμερος] ε-φή-με-ρος επίθ.: παροδικός, πρόσκαιρος, προσωρινός: ~ος: πλούτος. ~η: δημοσιότητα/δόξα/επιτυχία. ~ο: κέρδος. ~ες: ανάγκες. Δεν κάνει ~ες σχέσεις. Πβ. φευγαλέος.|| (ως ουσ.) Το ~ο της χαράς. Τα αιώνια και τα ~α. || ~α: έντομα. [< αρχ. ἐφήμερος ‘που διαρκεί μια μόνο μέρα’, μτγν. (για έντομο) ἐφήμερον (το), γαλλ. éphémère, αγγλ. ephemeral]