Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εφευρίσκω [ἐφευρίσκω] ε-φευ-ρί-σκω ρ. (μτβ.) {εφεύρε (λόγ.) εφηύρε, εφευρέ-θηκε, εφευρίσκ-οντας} 1. κάνω μια εφεύρεση: Ο άνθρωπος που εφεύρε το τηλέφωνο. Τεχνική που ~θηκε στην αρχαιότητα. Πβ. ανακαλύπτω, επινοώ. 2. (αρνητ. συνυποδ.) μηχανεύομαι, σκαρφίζομαι: ~ει λύσεις/τεχνάσματα. ~ουν προβλήματα από το πουθενά. Πβ. σοφίζομαι. [< αρχ. ἐφευρίσκω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.