Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • εφηλίδες [ἐφηλίδες] ε-φη-λί-δες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. εφηλίδα} 1. ΙΑΤΡ. μικρές επίπεδες κηλίδες του δέρματος· φακίδες. Βλ. εφελκίδα. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. κεφάλια καρφιών. [< αρχ. ἐφηλίς & ἔφηλις, γαλλ. éphélide]

εφελκίδα

εφελκίδα[ἐφελκίδα] ε-φελ-κί-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κακάδι. Βλ. εσχάρα, εφηλίδες. [< μτγν. ἐφελκίς]