Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εφημέριος [ἐφημέριος] ε-φη-μέ-ρι-ος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. ιερέας ενοριακού ναού. Βλ. βικάριος. [< μεσν. εφημέριος]

βικάριος

βικάριοςβι-κά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΕΚΚΛΗΣ. (στην Καθολική Εκκλησία) αναπληρωτής επισκόπου, ο οποίος έχει συνήθ. μικρότερο βαθμό. Βλ. τοποτηρητής. [< μτγν. βικάριος]