Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • εφικτός , ή, ό [ἐφικτός] ε-φι-κτός επίθ. (λόγ.): πραγματοποιήσιμος: ~ός: στόχος. ~ή: λύση/συνεργασία. ~ό: σχέδιο. ~ά: αιτήματα. Προτάσεις ρεαλιστικές και ~ές. Δεν ήταν ~ή η συμφωνία των δύο πλευρών. Είναι θεωρητικά/πρακτικά/τεχνικά ~ό να ... Πβ. κατορθωτός, εφαρμόσ-, υλοποιήσ-ιμος.|| (ως ουσ.) Το επιθυμητό/ευκταίο και το ~ό. ΑΝΤ. ανέφικτος ● ΦΡ.: στο μέτρο/στον βαθμό του εφικτού (απαιτ. λεξιλόγ.): όσο είναι δυνατό, στα πλαίσια του δυνατού: Προσπαθήσαμε για το καλύτερο, ~ ~. [< αρχ. ἐφικτός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.