Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ζέρσεϊ ζέρ-σε-ϊ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. είδος πλέξης μηχανής και (κυρ. συνεκδ.) λεπτό και ελαφρώς ελαστικό ύφασμα: βαμβακερό/μεταξωτό ~. Φόρεμα από ~. 2. (ως επίθ.) που είναι κατασκευασμένος από το ομώνυμο ύφασμα: ~ μπλούζα/παντελόνι. [< αγγλ.-γαλλ. jersey, βρετανικό νησί]