Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ζηλιάρης , α, ικο ζη-λιά-ρης επίθ. {ζηλιάρ-ηδες}: που ζηλεύει: ~ης: σύζυγος. ~α: γυναίκα. (ως ουσ.) Είναι αθεράπευτα ~ και κτητικός. Πβ. ζηλιαρόγατος, ζηλό-τυπος, -φθονος, φθονερός. [< μεσν. ζηλιάρης]