Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [1-1]


  • ζηλότυπος , η, ο ζη-λό-τυ-πος επίθ. (λόγ.): ζηλιάρης. Βλ. -τυπος1. ● επίρρ.: ζηλότυπα [< αρχ. ζηλότυπος]

-τυπος<sup>1</sup>

-τυπος<sup>1</sup>, η, ο: β' συνθετικό επιθέτων για δήλωση συγκεκριμένου χαρακτηριστικού: ιδιό~/νομό~/πρωτό~.|| (ουσιαστικοπ.) Φαινό~.