Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ζηλόφθονος , η, ο ζη-λό-φθο-νος επίθ.: που χαρακτηρίζεται από ζηλοφθονία: ~ος: άνθρωπος. Πβ. ζηλιάρης, φθονερός.|| ~η: κριτική. ● επίρρ.: ζηλόφθονα [< μεσν. ζηλόφθονος]