Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 4 εγγραφές  [0-4]


  • ζήτω ζή-τω επιφών. {άκλ.}: για δήλωση ένθερμης αποδοχής ή υποστήριξης: ~! Κερδίσαμε! ~ (ΑΝΤ. έξω, κάτω) η δημοκρατία! Πβ. γιούπι, ολέ, τραλαλά. ΑΝΤ. ου2 ● Ουσ.: ζήτω (το): ζητωκραυγή, επιδοκιμασία: Την ανακοίνωση του αποτελέσματος διαδέχθηκαν τα ~ και οι πανηγυρισμοί. ΣΥΝ. επευφημία ΑΝΤ. γιούχα, γιουχάισμα ● ΦΡ.: δεν κάνει ούτε για ζήτω (για πρόσ., προφ.): είναι άχρηστος, δεν αξίζει τίποτα., ζήτω που καήκαμε! (ειρων.): για πολύ δύσκολη κατάσταση ή προδιαγεγραμμένη αποτυχία: Αν περιμέναμε από 'σένα να μας βοηθήσεις, ~ ~!, ούτε για ζήτω (προφ.): σε περιπτώσεις που κάτι δεν επαρκεί, δεν είναι αρκετό: Ο μισθός που παίρνει δεν του φθάνει ~ ~. ● βλ. ζω1 [< μτγν. ζήτω, γ’ πρόσ. προστ. εν. του ρ. ζῶ]
  • ζητώ [ζητῶ] ζη-τώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ζητ-ά (σπάν. λόγ.) -εί ..., -ώντας | ζητ-ούσα, ζήτ-ησα, -ήσει, -είται (προφ.) -ιέται, -ήθηκε (λόγ. μτχ. -ηθείς, -ηθείσα, -ηθέν), -ηθεί, -ούμενος} & ζητάω 1. προσπαθώ να βρω κάποιον ή κάτι· αναζητώ: Ποιον ~άτε; Με ~ησε κανείς όσο έλειπα; Κάποιος σε ~ησε στο τηλέφωνο. Πβ. γυρεύω.|| ~ την άποψη κάποιου/πληροφορίες/στοιχεία. ~ την αλήθεια/μια λύση. Πβ. ερευνώ, ψάχνω.|| Τι ~άς εδώ τέτοια ώρα;|| (σε μικρές αγγελίες:) ~ά απασχόληση/εργασία. ~ γνωριμία (με κυρία/κύριο)/επικοινωνία/παρέα/σχέση. ~είται γραμματέας/συγκάτοικος/υπάλληλος. ~ούνται οικόπεδα για αγορά ή αντιπαροχή. Βλ. εκ~, ξανα~. 2. θέλω, επιθυμώ· παρακαλώ για κάτι: ~ δανεικά/χρήματα. ~ άδεια για να βγω από την αίθουσα/αναβολή/παράταση. ~ την εμπιστοσύνη/προσοχή/υποστήριξή/ψήφο σας (= κάνω έκκληση). Ξέρεις μόνο να ~άς κι όχι να δίνεις. Πόσα ~άς για τη δουλειά σου; ~άει μια περιουσία! Δεν ~ησα τη γνώμη σου.|| ~ να με συγχωρέσεις. Σου ~ να δείξεις κατανόηση. Θέλω να σου ~ήσω μια χάρη. Μου ~ησε νερό/τσιγάρο/φωτιά.|| ~ησα (= παρήγγειλα) έναν καφέ. 3. απαιτώ, αξιώνω: ~ ανταλλάγματα/αποζημίωση/δικαιοσύνη/εκδίκηση/εξηγήσεις/ικανοποίηση. ~ μια απάντηση/τα δικαιώματά μου/το δίκιο μου/το μερίδιό μου/την τιμωρία των ενόχων. ~ να βρεθεί μια λύση. ~ούσε να μάθει τον λόγο της απόλυσής του. ~ησε αύξηση από το αφεντικό της (πβ. διεκδικώ). Μου ~ησε διαζύγιο. ~είται η απόσυρση του νομοσχεδίου. 4. έχω ανάγκη από κάτι και το επιζητώ: ~ βοήθεια/μια συμβουλή/συμπαράσταση. Τα παιδιά ~άνε το ενδιαφέρον και την προσοχή των μεγάλων (πβ. απο~, επιδιώκω).ζητά: προϋποθέτει, απαιτεί: Ο αγώνας είναι σκληρός και ~ (= θέλει, χρειάζεται) θυσίες. ● Παθ.: ζητιέται (προφ.): έχει πέραση, ζήτηση: Προϊόν/χρώμα που ~ πολύ. ● ΦΡ.: ζητώ (σε γάμο): κάνω πρόταση γάμου, συνήθ. σε γυναίκα: Τη ~ησε (σε γάμο) από τους γονείς της., ζητώ την κεφαλή (κάποιου) επί πίνακι (ΚΔ): απαιτώ να τιμωρηθεί αυστηρά: Με το πρώτο σφάλμα όλοι θα ζητήσουν την ~ σου ~., ζητώ το χέρι & (λόγ.) την χείρα (κάποιας): (παλαιότ.) κάνω πρόταση γάμου: ~ ~ της κόρης σας., (γυρεύει/ψάχνει/ζητά) ψύλλους (/ψύλλο)/βελόνα (/βελόνες) στ' άχυρα βλ. άχυρο, αναζητώ/ζητώ ευθύνες βλ. ευθύνη, ζητά(ει)/θέλει/γυρεύει και τα ρέστα βλ. ρέστα, ζητώ τον λόγο βλ. λόγος, όποιος θέλει/ψάχνει/ζητάει/γυρεύει τα πολλά χάνει και τα λίγα βλ. πολύς, πολλή, πολύ, πολλά ζητάς βλ. πολύς, πολλή, πολύ, τι γυρεύει/τι δουλειά έχει/τι ζητά/τι θέλει η αλεπού στο παζάρι; βλ. αλεπού ● βλ. ζητούμενο [< αρχ. ζητῶ]
  • ζητωκραυγάζω ζη-τω-κραυ-γά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ζητωκραύγα-σε, -σει, ζητωκραυγάζ-οντας}: εκδηλώνω την επιδοκιμασία μου ή την υποστήριξή μου, φωνάζοντας συνήθ. "ζήτω": ~ στο γήπεδο/υπέρ κάποιου. Ζητωκραύγαζαν για τη νίκη. Το κοινό/πλήθος ενθουσιάζεται και ~ει. Οι συγκεντρωμένοι οπαδοί υποδέχθηκαν τον αρχηγό του κόμματος ~οντας. Πβ. αλαλάζω, αποθεώνω, επευφημώ. Βλ. χειροκροτώ. ΑΝΤ. γιουχάρω
  • ζητωκραυγή ζη-τω-κραυ-γή ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.}: η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ζητωκραυγάζω: Η συνέλευση, μέσα σε ~ές, ενέκρινε την πρόταση. Μετά το τέλος της παράστασης το κοινό ξέσπασε σε χειροκροτήματα και ~ές. Πβ. επευφημία. ΣΥΝ. ζήτω ΑΝΤ. γιούχα, γιουχάισμα

αλεπού

αλεπού[ἀλεπού] α-λε-πού ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. σαρκοφάγο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Vulpes vulpes) με μακρύ και λεπτό ρύγχος, μικρά μάτια, μυτερά αυτιά, κοντά και λεπτά πόδια και φουντωτή ουρά: αρκτική (= λευκή, πολική)/κόκκινη ή κοινή (: φορέας της λύσσας) ~. Η κολοβή ~ (: από μύθο του Αισώπου). Επιδρομές ~ούδων.|| (συνεκδ. η γούνα της αλεπούς) Παλτό με γιακά και μανσέτες από γκρίζα ~. Πβ. ρενάρ. 2. (μτφ.-οικ.) για πονηρό άνθρωπο: Είσαι μια ~ εσύ! Είναι μεγάλη ~ ο ...! Πβ. γάτα. Βλ. -ού4. ● Υποκ.: αλεπουδάκι (το), αλεπουδίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: γριά αλεπού & γέρικη αλεπού (μτφ.): για έμπειρο και πονηρό άτομο μεγάλης ηλικίας: ~ ~ της πολιτικής., πονηρή αλεπού βλ. πονηρός ● ΦΡ.: η αλεπού εκατό χρονών, το αλεπουδάκι/αλεπόπουλο εκατόν δέκα (παροιμ.): για κάποιον που παριστάνει τον έξυπνο ή έμπειρο σε πεπειραμένο άτομο μεγαλύτερης ηλικίας., η γριά αλεπού δεν πιάνεται με ξόβεργες (παροιμ.): το πονηρό και με πείρα στη ζωή άτομο δεν ξεγελιέται εύκολα., ο λύκος έχει τ' όνομα κ(α)ι η αλεπού τη χάρη (παροιμ.): η πονηριά υπερέχει της σωματικής δύναμης., όσα δε φτάνει/πιάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια (παροιμ.): ό,τι δεν είναι ικανός κάποιος να αποκτήσει, το περιφρονεί, το χλευάζει, το υποβαθμίζει., τι γυρεύει/τι δουλειά έχει/τι ζητά/τι θέλει η αλεπού στο παζάρι;: για αταίριαστη ή ύποπτη παρουσία κάποιου σε μέρος στο οποίο δεν είναι αναμενόμενο να βρίσκεται. [< μεσν. αλεπού]

άχυρο

άχυρο[ἄχυρο] ά-χυ-ρο ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) άχερο 1. το καλάμι των σιτηρών που απομένει μετά το αλώνισμα και την αφαίρεση του καρπού: χοντρό/ψιλό ~. Ένα δεμάτι ~α. 2. (μτφ.) αχυράνθρωπος. 3. (μτφ.) για κάτι που έχει τις ιδιότητες του άχυρου (είναι άγευστο, ξηρό ή ξανθό): Είναι σκέτο ~!Δεν τρώγεται με τίποτα. Μαλλιά σαν ~. ● ΦΡ.: (γυρεύει/ψάχνει/ζητά) ψύλλους (/ψύλλο)/βελόνα (/βελόνες) στ' άχυρα (μτφ.): για να δηλωθεί η δυσκολία, η ματαιότητα ή η σχολαστικότητα μιας αναζήτησης. Πβ. ματαιοπονώ., δεν τρώω άχυρα/σανό (μτφ.-προφ.): δεν είμαι αφελής, δεν μπορεί να με εξαπατήσει κάποιος εύκολα. Πβ. τρώω/μασάω κουτόχορτο., έχει άχυρα στο κεφάλι/στο μυαλό του (μτφ.-προφ.): είναι ηλίθιος., δεν ξέρει να μοιράσει/να χωρίσει δυο γαϊδάρων/γαϊδουριών άχυρα βλ. γάιδαρος [< αρχ. ἄχυρον]

ευθύνη

ευθύνη[εὐθύνη] ευ-θύ-νη ουσ. (θηλ.) {ευθυν-ών} 1. οι υποχρεώσεις που απορρέουν από μια θέση ή ιδιότητα κάποιου, όπως το να εκπληρώνει τα καθήκοντά του ή/και να λογοδοτεί γι' αυτά: ακαδημαϊκή/βαριά/βαρύτατη/βασική/διοικητική/επαγγελματική/ιατρική/ιστορική/κεντρική/κύρια/μερική/περιβαλλοντική/πλήρης/πολιτική ~. Από κοινού ~ (= συν~). Η ηθική ~ του επιστήμονα. Θέση ~ης (= υπεύθυνη). Όλοι έχουμε ~. Οι αγωνιζόμενοι συμμετέχουν με δική τους αποκλειστική ~. Ο νέος ΚΟΚ καθιερώνει την ατομική/προσωπική ~ των επιβατών για τη χρήση της ζώνης. Η ~ ανήκει εξ ολοκλήρου στην/βαραίνει την κυβέρνηση. Έχει ανεπτυγμένο/έντονο το αίσθημα (της) ~ης απέναντι στους γονείς του (= υπευθυνότητα). Με υψηλό αίσθημα ~ης. Ο λαός με την ψήφο του τού ανέθεσε την ~ της διακυβέρνησης. Ο διευθυντής φέρει την ~ της εφαρμογής του προγράμματος. Το ερευνητικό κέντρο είναι στην ~ του Υπουργείου ... (πβ. αρμοδιότητα, καθήκον, χρέος). Από μικρή φορτώθηκε με πολλές ~ες.|| Νόμος περί ~ης υπουργών (βλ. ανεύθυνο). Νομική ~ (: αστική, πειθαρχική, ποινική). Βλ. δικαίωμα. 2. ενοχή, υπαιτιότητα: Αρνήθηκαν κάθε ~. Διενεργείται έρευνα για απόδοση ~ών. Ανέλαβε/παραδέχτηκε τις ~ες του. Έχει την ~/τεράστιες ~ες για τα λάθη που έγιναν. Ο ένας ρίχνει την ~/το μπαλάκι των ~ών στον άλλο. Αυτός φέρει ~. Του απέδωσαν/καταλόγισαν την ~ για ... Μετέθεσε τις ~ες στους ανωτέρους της. Απέσεισε από πάνω του τις ~ες (πβ. νίπτω τας χείρας μου). Αποποιήθηκε κάθε ευθύνη/τις ευθύνες του (συχνότ. εσφαλμ. των ευθυνών του). Απεκδύθηκε κάθε ~ης/~η της εταιρείας για ...|| Αποποίηση ~ών. Περιορισμός ~ης. Πβ. φταίξιμο. ● ΣΥΜΠΛ.: (όλο) το βάρος της ευθύνης: κάθε υποχρέωση και καθήκον που απορρέει από κάτι: Επωμίστηκε ~ ~ μόνος του. Έριξαν ~ ~ για το τραγικό συμβάν στους αρμοδίους., ανάληψη (της) ευθύνης/(των) ευθυνών (+ για/+ γεν.): δημόσια παραδοχή από κάποιον ότι είναι υπεύθυνος για κάτι: ~ ~ για τις βομβιστικές επιθέσεις (από την τρομοκρατική οργάνωση). Απαιτείται ~ πολιτικών ευθυνών., εταιρική κοινωνική ευθύνη (ακρ. ΕΚΕ) & (συχνότ.) εταιρική υπευθυνότητα: οικειοθελής δραστηριοποίηση των επιχειρήσεων, πέρα από νομοθετικές επιταγές και κερδοφορία, σε πρακτικές που προάγουν το κοινό συμφέρον: ~ ~ των ΜΜΕ. ~ ~ και πολιτιστική κληρονομιά. Η ~ ~ συνδέεται με τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ενίσχυση της απασχόλησης. Δείκτης ~ ~. Πβ. βιώσιμη/αειφόρος ανάπτυξη. [< αγγλ. corporate social responsibility (CSR), δεκαετία '90] , συλλογική ευθύνη: τα μέλη μιας ομάδας θεωρούνται συνυπεύθυνα για πράξη που διέπραξε ένα τουλάχιστον από αυτά: Όλοι έχουμε ~ ~ απέναντι στη φύση., αλληλέγγυα ευθύνη βλ. αλληλέγγυος, άμοιρος ευθυνών βλ. άμοιρος, αστική ευθύνη βλ. αστικός, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης βλ. εταιρεία & εταιρία, μερίδιο ευθύνης βλ. μερίδιο ● ΦΡ.: (με) ιδία ευθύνη (λόγ.): με ευθύνη του ίδιου του προσώπου: Η χρήση της ιστοσελίδας γίνεται ~ ~., αναζητώ/ζητώ ευθύνες: απαιτώ από κάποιον να απολογηθεί για τις πράξεις, τη συμπεριφορά του: Ο υπουργός ζήτησε ~ από την κατασκευάστρια εταιρεία για τις κακοτεχνίες. Αναζητούνται ~ για το ναυάγιο., με (την) ευθύνη/(λόγ.) υπό την ευθύνη/υπ' ευθύνη (κάποιου): όντας υπεύθυνος: Τα γραπτά φυλάσσονται ~ ~ του εξεταστή για δύο εξάμηνα. Οι εργασίες συνεχίζονται ~ ~ των τοπικών Αρχών. Το ιατρείο έχει ~ ~ (= επιβλέπει, παρακολουθεί) του μεγάλο αριθμό νεφροπαθών., προ/ενώπιον των ευθυνών (λόγ.): αντιμέτωπος με τις υποχρεώσεις, τα καθήκοντα: Ήρθε προ ~ του. Το άρθρο έφερε τους αρμοδίους ~ ~ τους. Σύντομα όλοι θα βρεθούν ~ ~ τους., αναλαμβάνω/παίρνω την ευθύνη βλ. αναλαμβάνω, επιρρίπτω ευθύνες σε κάποιον βλ. επιρρίπτω, θέτω κάποιον προ των ευθυνών (του) βλ. θέτω [< μτγν. εὐθύνη, αρχ. εὔθηνα ‘έλεγχος, απολογισμός, κατηγορία για κατάχρηση’, γαλλ. responsabilité]

ζητούμενο

ζητούμενοζη-τού-με-νο ουσ. (ουδ.) {ζητουμέν-ου}: καθετί που τίθεται προς διερεύνηση, αναζήτηση ή απάντηση: περιγραφή/προσδιορισμός του ~ου. Η νίκη είναι το μοναδικό ~ για την ομάδα (πβ. στόχος). Η πάταξη της φοροδιαφυγής παραμένει το μέγα/μεγάλο/μείζον ~ (πβ. επιδίωξη) για την κυβέρνηση. Το ~ (= αίτημα, αιτούμενο, πβ. επιθυμία) είναι να λυθεί το πρόβλημα.|| Ερευνητικά ~α (= desiderata). ~ο/~α του θέματος (στην Έκθεση)/σε μαθηματικό πρόβλημα. Τα δεδομένα και τα ~α της άσκησης. Πβ. ερώτημα. ● ΣΥΜΠΛ.: λήψη του ζητουμένου: ΦΙΛΟΣ. όρος της Λογικής που δηλώνει ότι κάποιος εκλαμβάνει το ζητούμενο ως αυταπόδεικτο αξίωμα. ● βλ. ζητώ [< αρχ. ζητούμενον, μτχ. παθ. εν. του ρ. ζητῶ]

ζω<sup>1</sup>

ζω<sup>1</sup>[ζῶ] ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {ζεις ..., μτχ. ζων, ζώσα, ζων (βλ. λ.) | ζούσα, έζη-σα, ζή-σω, ζώντας} 1. έχω ζωή ως οργανισμός· παραμένω ζωντανός: ~σε πολλά χρόνια/ως τα βαθιά γεράματα. -Πότε ~σε; - ~σε τον 19ο αι. Η ελιά ζει αιώνες (βλ. αιωνόβιος). Ένας σκύλος μπορεί να ~σει από 12 ως 17 χρόνια. Ζει (= αναπνέει, ανασαίνει, είναι ζωντανός) ακόμη, δεν έχει ξεψυχήσει. Αν και βαριά τραυματισμένος, τελικά ~σε (= επιβίωσε). Τον άφησε να ~σει (: δεν τον σκότωσε). Όσο ~, μαθαίνω. (σε όρκους:) Να μη ~σω, αν ...! (παρενθετικά, σε παράκληση:) Πες μου, να ~σεις, τι βλέπεις εκεί;|| Η ψυχή ζει αιώνια.|| (μτφ.) Θα ζει (= μείνει) για πάντα στις καρδιές/στη μνήμη μας (: δεν θα τον ξεχάσουμε). Ο ... ζει (: για προσωπικότητα, που συνεχίζει να ασκεί επιρροή και μετά θάνατον). ΑΝΤ. πεθαίνω (1) 2. διαμένω, κατοικώ· ειδικότ. συμβιώνω με κάποιον: ~ στο εξωτερικό/στην επαρχία/στο κέντρο/στα περίχωρα/στα προάστια/σε χωριό. ~ σε διαμέρισμα/μεζονέτα/πολυκατοικία. Ζει μόνος.|| ~ με την αδερφή (πβ. συγκατοικώ)/με τους γονείς/με τη φίλη μου (πβ. συζώ).|| (για ζώα) Ζουν στα δάση/στις λίμνες. 3. συντηρούμαι ή συντηρώ κάποιον, εξασφαλίζοντας αρκετά χρήματα για φαγητό, στέγη, ρουχισμό: ~ από τη δουλειά/τα εισοδήματά/τις οικονομίες μου. Ζει με δανεικά/χαρτζιλίκι. Ζει εις/σε βάρος μας. Τα λεφτά που παίρνει δεν φτάνουν για να ~σει (πβ. φυτοζωώ, ψευτοζώ).|| Προσπαθεί να ~σει τα παιδιά της με έναν μισθό. Τον ζουν οι γονείς του. Πβ. (δια)τρέφω. 4. ακολουθώ έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής: Ζει έντονα/επικίνδυνα/υγιεινά/φτωχικά. Ζούσαν ειρηνικά. Ζει σαν αγρίμι/άρχοντας/βασιλιάς/ερημίτης/πασάς. Ζει (= διάγει) (μια) άνετη/ήρεμη/μοναχική/μονότονη/πολυτελή ζωή. Ζει μέσα στη βρομιά/στα πλούτη/στη χλιδή. ~ για το θέατρο/τα παιδιά μου/το σήμερα/το τώρα.|| Ζουν σε αγέλη (: για ζώα)/κοπαδιαστά (: για ψάρια)/σε σμήνη (: για πουλιά). 5. βιώνω εμπειρία ή συναίσθημα, ειδικότ. με ένταση, σε βάθος: ~ την κάθε ημέρα σαν να είναι η τελευταία (: έντονα και συνειδητά). ~ καθημερινά ένα δράμα. Έχει ~σει τον έρωτα (πβ. γεύομαι, γνωρίζω, δοκιμάζω). ~σαμε (= περάσαμε) την Κατοχή/την πείνα/τον πόλεμο/τη φτώχεια. ~σαμε σκηνές πανικού και φρίκης. ~σαν από κοντά την τραγωδία. ~σαν από πρώτο χέρι τα δραματικά γεγονότα. ~σε τη χαρά της επιστροφής στην πατρίδα. Τον έχω ~σει από κοντά και τον ξέρω.|| ~ (= απολαμβάνω) την κάθε στιγμή/το όνειρό μου. Άσε με να ~σω, μη με καταπιέζεις! Ζει τον ρόλο του (: ταυτίζεται με αυτόν). ● ΦΡ.: ... ζεις, εσύ μας οδηγείς!: ως σύνθημα για αποθανόντα ηγέτη ή (συν)αγωνιστή κυρ. σε πολιτικές πορείες ή γήπεδα., έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα: στερεότυπη φράση που σηματοδοτεί το αίσιο τέλος παραμυθιού: Οι δύο νέοι παντρεύτηκαν και ~ ~.|| (κατ' επέκτ.) Το πρόβλημα λύθηκε και ~ ~., ζει (ή πέθανε); (προφ.): για πρόσωπο που δεν δίνει σημεία ζωής: Τον έχουμε χάσει από την παρέα· ~ ~; Έλα, τι έγινες, ζεις;, ζει σε άλλη εποχή (προφ.-ειρων.): είναι εκτός πραγματικότητας, δεν συμβαδίζει με τις σύγχρονες τάσεις., να ζει κανείς ή να μη ζει;: ως φιλοσοφικό ερώτημα: ~ ~ (ιδού η απορία). [< αγγλ. tο be or not to be] , να ζήσεις/να (σου) ζήσει!: ως ευχή σε κάποιον για τον ίδιο ή για το παιδί του: (για εορτάζοντα) Χρόνια σου πολλά! ~ ~ και να ευτυχήσεις! Να σου/σας ζήσει (: το παιδί)!|| (για νεόνυμφους:) Να ζήσετε! Να σας ζήσουν!, πού ζεις; (οικ.-ειρων.): για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι εκτός τόπου και χρόνου: Δεν το ξέρεις; Μα καλά ~ ~;, (ζουν) κάτω από την ίδια στέγη βλ. στέγη, από τον Άρη κατέβηκε;/στον Άρη ζει; βλ. Άρης, βαριέμαι που ζω βλ. βαριέμαι, είναι/ζει στον κόσμο του/στον δικό του κόσμο/σε άλλο κόσμο/στην κοσμάρα του βλ. κόσμος, ζει και βασιλεύει (και τον κόσμο κυριεύει) βλ. βασιλεύω, ζήσε Μάη/μαύρε μου (να φας τριφύλλι) βλ. Μάης, ζω με/τρώω αέρα κοπανιστό βλ. αέρας, ζω/μένω/είμαι στη σκιά βλ. σκιά, ζω/τη βγάζω/περνώ σπαρτιάτικα βλ. σπαρτιατικός, κάνω/ζω τη ζωή μου βλ. ζωή, ξέρει να ζει (τη ζωή του/της) βλ. ξέρω, ουκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος βλ. άρτος, πετάει/ζει/βρίσκεται στα σύννεφα βλ. πετώ, χίλια/πολλά χρόνια θα ζήσεις! βλ. χίλιοι ● βλ. ζην, ζήτω [< αρχ. ζῶ]

λόγος

λόγοςλό-γος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΛΩΣΣ. η ανθρώπινη ικανότητα για έκφραση σκέψεων, συναισθημάτων, γνώσεων, πληροφοριών μέσω της γλώσσας· η πραγμάτωση και οι διάφορες μορφές της: έναρθρος ~. Διαταραχές (βλ. αλαλία, α-, δυσ-φασία, αφωνία, τραυλ-, ψευδ-ισμός)/θεραπεία (πβ. λογοθεραπεία)/κατανόηση/όργανα (πβ. φωνή)/παραγωγή ~ου.|| Αρθρώνω/εκφέρω ~ο (= μιλώ). Συνηθισμένα λάθη στον καθημερινό ~ο. Έχει την ευχέρεια/το χάρισμα του ~ου. Είναι άριστος χειριστής του ~ου.|| Είδη ~ου. Δείκτες ~ου (= κειμενικοί δείκτες). Γραπτός (πβ. γραφή, γράψιμο)/δημοσιογραφικός/δημόσιος/έμμετρος ή ποιητικός (= ποίηση)/επιστημονικός/ηλεκτρονικός/πολιτικός/προφορικός (= ομιλία) ~. Αρχαίος/αττικός (βλ. διάλεκτος)/δημοτικός (= δημοτική)/νεοελληνικός (= νεοελληνική) ~ (= γλώσσα). Έντεχνος ~/η τέχνη του ~ου (= λογοτεχνία). 2. αιτία ή σκοπός, πρόθεση: Για τον άλφα ή βήτα ~ο (= για τον ένα ή τον άλλο ~ο) ... Για ~ους αρχής/ασφαλείας/εκδίκησης/σκοπιμότητας/συμφέροντος/τιμής/υγείας ... Για ειδικούς/επαγγελματικούς/ευνόητους/οικογενειακούς/οικονομικούς/πολιτικούς/πολλούς/σοβαρούς/συναισθηματικούς ~ους. Ένας ~ παραπάνω να ... Διερεύνηση των ~ων/συνηθέστεροι ~οι αποτυχίας στο σχολείο. Ο κύριος ~ είναι ότι ... Υπάρχει ~ που ... Δεν συντρέχει/υπάρχει ~ (για) να .../ανησυχίας. Αυτός δεν είναι ~ να αγχώνεσαι. Εξ αυτού του ~ου. Αισθάνεται ότι δεν έχει ~ο ύπαρξης (πβ. νόημα, προορισμό, βλ. κενό). Για ποιο ~ο (πβ. αφορμή) έλειπες; Για κανένα ~ο (να) μη με ενοχλήσετε (: σε καμία περίπτωση). Ζητάει και τον ~ο (= και τα ρέστα) από πάνω. Δεν έχω ~ο να αμφιβάλλω. Ποιοι ~οι επιβάλλουν/ευνοούν/οδηγούν/ωθούν ...; Άγνωστοι παραμένουν οι ~οι (= τα αίτια, κίνητρα) του εγκλήματος. Δέκα ~οι για να κόψετε το κάπνισμα. Επικαλέστηκε προσωπικούς ~ους. Έχω ~ο/τον ~ο μου/τους ~ους μου που το αναφέρω. Δεν είχε ~ο να πει ψέματα. Εξήγησε τους ~ους για τους οποίους (= γιατί) ... Έχει βάσιμους ~ους να πιστεύει ότι ... Το θυμάμαι αυτό που λες, για άσχετο όμως ~ο. Πβ. αιτιο-, δικαιο-λογία. 3. αγόρευση, ομιλία: αποχαιρετιστήριος/αυτοσχέδιος/εναρκτήριος/επικήδειος/θρησκευτικός/καταγγελτικός/πολιτικός/(συνήθ. για κόμμα) προγραμματικός/προεκλογικός ~. Πανηγυρικός ~ για την 25η Μαρτίου. Βγάζω/εκφωνώ ~ο (στη Βουλή/στο δικαστήριο). Γράφω/ετοιμάζω ένα ~ο. Βλ. διάλεξη, διδαχή, κήρυγμα.|| (ΦΙΛΟΛ.-ΡΗΤΟΡ.) Δικανικοί/επιδεικτικοί/συμβουλευτικοί ~οι. Οι ~οι του Δημοσθένη (βλ. φιλιππικός)/Κικέρωνα. Αγώνας ~ων. 4. ό,τι λέει κάποιος: η αλήθεια των ~ων του. Αναντιστοιχία/συνέπεια ~ων και έργων/πράξεων. Όλοι είχαν να πουν έναν καλό ~ο για το φαγητό (πβ. εγκώμιο, έπαινος). Τι ~ο ξεστόμισες (: βρισιά, ύβρις)! Έχει πάντα έτοιμο τον κακό τον ~ο (= την κακία).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Πνευματικοί ~οι. ~οι Αγίων. ΣΥΝ. λόγια (1) 5. συζήτηση, αναφορά: Γίνεται (πολύς) ~ για πρόωρες εκλογές/ότι (σπάν. να) ... (: συζητιέται, σχεδιάζεται) Τον ~ο σου είχαμε (: μιλούσαμε, κουβεντιάζαμε για σένα). Πβ. μνεία. 6. υπόσχεση, διαβεβαίωση, δέσμευση: Αθέτησε/κράτησε/τήρησε τον ~ο της. Έχεις τον ~ο μου (πβ. δίνω τον λόγο μου, λόγω τιμής/στον ~ο της τιμής μου). Έμεινε πιστός/φάνηκε συνεπής στον ~ο του. Βασίζομαι στον ~ο σου.|| Είναι άνθρωπος με ~ο (: τιμή). 7. το δικαίωμα να μιλήσει κάποιος: Απευθύνω/αποτείνω/δίνω τον ~ο (σε κάποιον). Του αφαίρεσε τον ~ο. Κύριε ..., έχετε τον ~ο. Και τώρα ο ~ στον πρόεδρο. (ΝΟΜ.) Δικαίωμα ~ου.|| (κατ' επέκτ.) Τον ~ο έχει τώρα η δικαιοσύνη (: είναι η σειρά της να αποφασίσει). 8. άποψη, γνώμη με ισχύ: Ο ~ του ακούγεται/μετράει/περνάει (: είναι σεβαστός, τον εκτιμούν). Θα έχει βαρύνοντα ~ο στην τελική απόφαση.|| Δεν υπάκουσε στον ~ο του πατέρα του. Πβ. διαταγή, εντολή, προσταγή. 9. λογική: ορθός ~ (πβ. ορθολογισμός). Η μετάβαση του ανθρώπου από τον μύθο στον ~ο. Πβ. έλλογο, μυαλό, νους. Βλ. υπέρλογο. ΣΥΝ. λογικό ΑΝΤ. άλογο(ν), παράλογο 10. ΜΑΘ. σχέση μεταξύ δύο μεγεθών, η οποία εκφράζεται ως το πηλίκο που προκύπτει, όταν διαιρεθούν μεταξύ τους: 3/4, ο ~ του 3 προς το 4. Ας υποθέσουμε ότι ο ~ α/β είναι σταθερός ... ΣΥΝ. αναλογία (5) ● Υποκ.: λογάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ανάλυση (του) λόγου: ΓΛΩΣΣ. μελέτη της δομής και των κανόνων που διέπουν γλωσσικές μονάδες μεγαλύτερες από την πρόταση (π.χ. παράγραφος, κείμενο, συνομιλία) κυρ. με γραμματικά και σημασιολογικά κριτήρια· κατ΄επέκτ. ο αντίστοιχος κλάδος: κριτική ~ ~. Βλ. ανάλυση συνομιλίας, αναφορικ-, συνεκτικ-ότητα, συνοχή. [< αγγλ. discourse analysis, 1952] , (τα) μέρη του λόγου βλ. μέρος, αποχρών λόγος βλ. αποχρών, ελευθερία (της) γνώμης/(της) έκφρασης/(των) ιδεών/(του) λόγου βλ. ελευθερία, ενδιάθετος λόγος βλ. ενδιάθετος, εστιακός λόγος βλ. εστιακός, ευθύς λόγος βλ. ευθύς, καθυστέρηση του λόγου/της ομιλίας βλ. καθυστέρηση, ο Λόγος (του Θεού) βλ. θεός, ο λόγος της τιμής βλ. τιμή, πεζός λόγος βλ. πεζός, πλάγιος λόγος βλ. πλάγιος, σπερματικός λόγος βλ. σπερματικός, σχήμα (λόγου) βλ. σχήμα, υποθετικός λόγος βλ. υποθετικός, υποτεταγμένος λόγος βλ. υποταγμένος ● ΦΡ.: από λόγου μου/σου/του ... (λαϊκό): από μένα, σένα ...: Μάθαμε ~ του ότι ..., για λόγου μου/σου/του ... (λαϊκό): για τον εαυτό μου/σου/του ...: ~ σου καλά έπραξες., για τον λόγο ότι ... & (σπάν.-λόγ.) επί τω λόγω ότι ...: γιατί, επειδή, εφόσον., δεν είναι σχήμα λόγου (προφ.): για κάτι που λέγεται κυριολεκτικά, όχι μεταφορικά ή τυπικά: Θα χαρώ να τα ξαναπούμε· κι αυτό που λέω ~ ~ (: το εννοώ πραγματικά)., δεν μου πέφτει λόγος (προφ.): δεν με αφορά: Αν και (εμένα) ~ ~, θα σε συμβούλευα να φύγεις. Είναι προσωπική της επιλογή και δεν πέφτει ~ σε κανένα., δίνω λόγο 1. δίνω εξηγήσεις για τις ενέργειές μου, απολογούμαι, δικαιολογούμαι: Δεν έχω να δώσω ~ σε κανένα. ΣΥΝ. δίνω (σε κάποιον) λογαριασμό, λογοδοτώ 2. λογοδίνομαι: Έδωσαν ~ κι ετοιμάζονται να παντρευτούν. Πβ. αρραβωνιάζομαι, μνηστεύομαι. 3. υπόσχομαι: Δώσαμε ~ να ξαναβρεθούμε στο ίδιο μέρος., έχω λόγο: εκφράζω την άποψή μου, συμμετέχω στη λήψη αποφάσεων: Δεν ~ει ~ στη διοίκηση της εταιρείας., ζητώ τον λόγο 1. ζητώ από κάποιον να εξηγήσει τις πράξεις του, τη συμπεριφορά του: Κανείς δεν πρόκειται να σου ζητήσει ~. 2. (σε επίσημη συζήτηση, συνέλευση) ζητώ το δικαίωμα να μιλήσω: Κύριε Πρόεδρε, ~ ~. Ζήτησε και πήρε ~. [< γαλλ. demander la parole] , κάνω λόγο για ...: αναφέρομαι σε κάτι: Στην ανακοίνωσή/δήλωσή/έκθεσή/συνέντευξή του έκανε ~ για άμεση λήψη μέτρων., λόγο (σ)τον λόγο: κατά την εξέλιξη της συζήτησης: ~ ~ άναψαν τα αίματα., λόγος (και) αντίλογος: διατύπωση άποψης και προβολή της αντίθετής της, στο πλαίσιο του διαλόγου, της ελευθερίας έκφρασης: ~ ~ για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Αγώνες ~ου (και) ~ου (πβ. αντιλογία, επιχειρηματολογία). Βλ. ντιμπέιτ., λόγου χάρη/χάριν (συντομ. λ.χ.): για παράδειγμα., λόγω και έργω & λόγω ή έργω (λόγ.): με λόγια και/ή πράξεις: Είναι χαρισματική προσωπικότητα ~ ~.|| (ΝΟΜ.) ~ ~ εξύβριση., λόγω τιμής & στο(ν) λόγο (της τιμής) μου (προφ.): ως έκφραση διαβεβαίωσης για την αλήθεια, την αξιοπιστία, την εγκυρότητα των λόγων κάποιου: Λόγω τιμής, δεν ξέρω τίποτα. Σου υπόσχομαι, στον λόγο της τιμής μου, δεν θα το ξανακάνω. [< γαλλ. (ma) parole d'honneur] , μετά λόγου γνώσεως (απαιτ. λεξιλόγ.): με πλήρη επίγνωση της κατάστασης, με σύνεση και λογική, εκ πείρας, υπεύθυνα: Το λέω ~ ~., ο/η/το εν λόγω (λόγ.): για πρόσωπο ή πράγμα που έχει ήδη αναφερθεί, προς αποφυγή επανάληψης ή με ειρωνική χροιά: Με βάση τις διατάξεις του ~ ~ νόμου ... Η επιτροπή διαπίστωσε ότι ο ~ ~ υποψήφιος δεν διαθέτει προϋπηρεσία. Το ~ ~ προϊόν παρουσιάζει συνεχώς προβλήματα. Πβ. ο περί ου ο λόγος., ούτε λόγος/κουβέντα/συζήτηση (εμφατ.-προφ.): σε περιπτώσεις που δεν τίθεται καν θέμα συζήτησης: ~ ~ για ξεκούραση, αύριο φεύγουμε. -Μπορείς να με βοηθήσεις; -~ ~ (: βέβαια, θέλει και ρώτημα;)! Συναντηθήκαμε σήμερα, αλλά ~ ~ (: δεν μιλήσαμε καθόλου) για τα χθεσινά. Λίγες μέρες πριν τις διακοπές και για εισιτήρια φυσικά ~ ~ να γίνεται (: έχουν εξαντληθεί)., παίρνω/λαμβάνω τον λόγο: μιλώ ή παρεμβαίνω σε συζήτηση, αφού έρθει η σειρά μου: Πήρε ~ και είπε ... Πρώτος έλαβε ~ ο ..., ποιος ο λόγος να ...;: είναι άσκοπο, ανώφελο, ανούσιο: ~ ~ να πάω, αφού δεν θα έρθει; Πβ. ποιο το όφελος/(προς) τι το όφελος;, που λέει ο λόγος & (σπάν.) ο λόγος το λέει (προφ.): μιλώντας υποθετικά, για να αναφερθεί ένα παράδειγμα ή μια παροιμία, λαϊκή ρήση: Kαι πενήντα να μαζευτούμε, ~ ~, χωράμε στην αίθουσα. Πβ. ας πούμε, τρόπος του λέγειν.|| Δεν θέλει κόπο, αλλά τρόπο, ~ ~., του λόγου/(κι) ελόγου μου/σου/του ... (λαϊκό, συνήθ. ειρων.-μειωτ. για το β' κ. γ' πρόσ.): αντί της προσ. αντων. εγώ, εσύ, αυτός: Έτσι μεγάλωσα και ~ μου (= κι εγώ). Από πού 'ρχεσαι ~ σου; Καλό κουμάσι είναι κι ~ του! ΣΥΝ. αφεντιά, φυσικώ τω λόγω (λόγ.): όπως είναι λογικό, φυσικό., χωρίς/δίχως λόγο (και αιτία) & χωρίς αιτία/λόγο κι αφορμή & (λόγ.) άνευ λόγου (και αιτίας): χωρίς λογική εξήγηση: Κατηγορεί ο ένας τον άλλο ~ ~. Υποστήκαμε τα πάνδεινα ~ λόγο. ΣΥΝ. αδικαιολόγητα, αναίτια ΑΝΤ. δικαιολογημένα, ανάξιος λόγου βλ. ανάξιος, άξιος λόγου βλ. άξιος, για του λόγου το αληθές/το ασφαλές βλ. αληθής, δεν βλέπω (τον λόγο) γιατί βλ. βλέπω, δίνω τον λόγο μου/τον λόγο της τιμής μου βλ. δίνω, εν τη ρύμη του λόγου βλ. ρύμη, ένας λόγος/μια κουβέντα είναι βλ. ένας, μία/μια, ένα, επ' ουδενί (λόγω) βλ. ουδείς, ουδεμία, ουδέν, έχει τον πρώτο (και τον τελευταίο) λόγο βλ. πρώτος, έχω/λέω την τελευταία λέξη/τον τελευταίο λόγο/την τελευταία κουβέντα βλ. λέξη, ζωή σε (λόγου) σας βλ. ζωή, κατά δεύτερο λόγο/κατά δεύτερον βλ. δεύτερος, κατά κύριο/πρώτο/μείζονα λόγο βλ. κύριος, κουβέντα στην κουβέντα/λόγο στον λόγο βλ. κουβέντα, κουβέντα/λόγος να γίνεται βλ. γίνομαι, με άλλα λόγια βλ. λόγια, με λίγα/δυο λόγια βλ. λόγια, μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλη κουβέντα/μεγάλο λόγο μην λες/πεις βλ. μπουκιά, ο περί ου/η περί ης/το περί ου ο λόγος βλ. περί, όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος βλ. πίπτω, περί ορέξεως (ουδείς λόγος/κολοκυθόπιτα) βλ. όρεξη, τα λόγια σου με χόρτασαν/ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο βλ. χορταίνω, τι μέρος του λόγου είναι ...; βλ. μέρος, το 'φερε η κουβέντα/ο λόγος/η συζήτηση βλ. φέρνω [< αρχ. λόγος, γαλλ. langue, parole, raison]

ρέστα

ρέσταρέ-στα ουσ. (ουδ.) (τα): χρηματικό υπόλοιπο που επιστρέφεται σε αγοραστή, όταν το ποσό που καταβάλλει είναι μεγαλύτερο από την τιμή του προϊόντος που αγόρασε: Αφήνω τα ~ για/ως πουρμπουάρ/φιλοδώρημα. Τα ~ δικά σου. Δεν έχω ψιλά (για) να σου δώσω ~. Έχετε ~ από εκατό ευρώ; Μου έδωσε λάθος/παραπάνω ~. Παίρνω ~. ● ΦΡ.: δίνω ρέστα (μτφ.-προφ.) 1. εντυπωσιάζω, κάνω αίσθηση: Σήμερα είχε κέφια/ήταν σε φόρμα και έδωσε ~. 2. αναγνωρίζω πλήρως την αξία προσώπου ή πράγματος: Δίνω ρέστα μου για κάποιον. Πβ. αποκαλύπτομαι, βγάζω το καπέλο σε κάποιον, υποκλίνομαι., ζητά(ει)/θέλει/γυρεύει και τα ρέστα (μτφ.-προφ.): ως έκφραση αγανάκτησης εναντίον κάποιου που, ενώ φέρει την ευθύνη για κάτι, προβάλλει αξιώσεις και απαιτήσεις: Δεν φτάνει που μας έμπλεξε, ~ ~!, και τα ρέστα (λαϊκό): και (τα) λοιπά: Ετοιμάσαμε ένα τραπέζι με μεζέδες, ποτά ~ ~., παίζω τα ρέστα μου (προφ.) 1. (μτφ.) τα δίνω όλα για όλα, ρισκάρω τα πάντα: Η ομάδα θα παίξει ~ της για να μείνει στη σούπερ λίγκα. 2. & τα ρέστα μου: (σε χαρτοπαίγνια) ποντάρω όλα μου τα χρήματα, στοιχηματίζω ό,τι μου έχει απομείνει. [< ουσιαστικοπ. ουδ. πληθ. του επιθ. ρέστος]

χειροκροτώ

χειροκροτώ[χειροκροτῶ] χει-ρο-κρο-τώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {χειροκροτ-άς κ. -είς ..., -ώντας | χειροκρότ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} & χειροκροτάω 1. χτυπώ επαναλαμβανόμενα τις παλάμες των χεριών μου μεταξύ τους, προς ένδειξη χαράς, ενθουσιασμού ή επιδοκιμασίας: ~ούσαν ασταμάτητα/δυνατά/θερμά/όρθιοι/παρατεταμένα/ρυθμικά/συγκινημένοι. Τον ~ησε όλο/σύσσωμο το θέατρο. Βλ. αποθεώνω, επευφημώ, ζητωκραυγάζω, κατα~. ΑΝΤ. γιουχάρω 2. (μτφ.) επιδοκιμάζω, επικροτώ: ~ησαν την πρωτοβουλία του. Η προσπάθεια ~ήθηκε από όλους.|| Σε ~ (: συγχαίρω) για την πράξη σου! [< γαλλ. battre des mains]