Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 2 εγγραφές  [0-2]


  • ζογκλέρ ζο-γκλέρ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. καλλιτέχνης που διασκεδάζει το κοινό του, πετώντας ψηλά, εναλλάξ και περιστροφικά, διάφορα αντικείμενα και πιάνοντάς τα με επιδεξιότητα: ~ σε παιδικό πάρτι/τσίρκο. Παραστάσεις/σόου με ξυλοπόδαρους και ~. Βλ. κλόουν, ταχυδακτυλουργός.|| (κατ' επέκτ.) Στη δουλειά του, με τόσες ευθύνες, θέλει ικανότητες ~, για να τα καταφέρει. 2. (μτφ.-προφ.) (κυρ. στο μπάσκετ) αθλητής που επιδίδεται σε εντυπωσιακές ενέργειες και πολύ επιδέξιους χειρισμούς της μπάλας μέσα στον αγωνιστικό χώρο. [< γαλλ. jongleur]
  • ζογκλερικός , ή, ό ζο-γκλε-ρι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στον ζογκλέρ: ~ό: κόλπο/τρικ. 2. (μτφ.) που εκτελείται με εντυπωσιακές και επιδέξιες κινήσεις: ~ή: απόδραση. Πβ. ακροβατικός, ταχυδακτυλουργικός. ● Ουσ.: ζογκλερικό (το) 1. (μτφ.-προφ.) αριστοτεχνική ενέργεια μπασκετμπολίστα ή ποδοσφαιριστή. 2. νούμερο σε παράσταση ζογκλέρ.

κλόουν

κλόουνκλό-ουν ουσ. (αρσ.) {άκλ.} 1. καλλιτέχνης (της παντομίμας) με έντονο μακιγιάζ και φαρδιά πολύχρωμα ρούχα, που παρουσιάζει κωμικό πρόγραμμα, συνήθ. σε τσίρκο: ~ σε παιδικά πάρτι. Βλ. αρλεκίνος, φασουλής. ΣΥΝ. παλιάτσος (1) 2. (μτφ.-συχνά μειωτ.) πρόσωπο που διασκεδάζει τους άλλους, που τους κάνει να γελούν με αστεία και μορφασμούς: ο ~ της παρέας/τάξης. ● ΦΡ.: κάνει τον γελωτοποιό/τον καραγκιόζη/τον κλόουν/τον παλιάτσο: γελοιοποιείται, κάνοντας ή λέγοντας αστεία. [< αγγλ. clown]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.