Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ηλίανθος [ἡλίανθος] η-λί-αν-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -άνθου}: ΒΟΤ. γένος αγγειόσπερμων δικοτυλήδονων φυτών (επιστ. ονομασ. Helianthus) με μεγάλες κίτρινες ταξιανθίες: ~ ο ετήσιος. ~ για βιοντίζελ (βλ. ενεργειακά φυτά)/για παραγωγή ηλιόσπορου. Ο ~ προσανατολίζεται ανάλογα με τη θέση του ήλιου (βλ. φωτοτροπισμός). Βλ. ηλιέλαιο. ΣΥΝ. ήλιος (6), ηλιοτρόπιο (2) [< γαλλ. hélianthe, αγγλ. helianthus]

ηλιέλαιο

ηλιέλαιο[ἡλιέλαιο] η-λι-έ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λάδι που παράγεται από την επεξεργασία σπόρων ηλίανθου: οργανικό ~. Βιοντίζελ από φυτικά έλαια, όπως βαμβακέλαιο και ~. Βλ. -έλαιο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.