Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ηλεκτρισμός [ἠλεκτρισμός] η-λε-κτρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΥΣ. θεμελιώδης μορφή ενέργειας, η οποία παράγεται από τη ροή ηλεκτρονίων κατά μήκος ενός αγωγού· (κατ' επέκτ., με κεφαλ. Η) ο αντίστοιχος κλάδος της Φυσικής: ατμοσφαιρικός ~ (: ηλεκτρικές εκκενώσεις στην ατμόσφαιρα· βλ. αστραπή, κεραυνός). Βλ. ηλεκτρομαγνητισμός, βιο~, εξ~, θερμο~, πιεζο~, ραδιο~, υγρο~, υδρο~, φωτο~.|| Αρνητικός/θετικός ~ (= ηλεκτρικό φορτίο). Βλ. -ισμός. 2. ΗΛΕΚΤΡ. (κατ΄επέκτ.) ηλεκτρικό ρεύμα: παραγωγή (βλ. γαιάνθρακας, γεννήτρια), μεταφορά και διανομή ~ού. Δημόσια Επιχείρηση ~ού (ΔΕΗ).|| Συσκευές που λειτουργούν με ~ό (= ηλεκτρικές). Έμειναν χωρίς ~ό. Πβ. ηλεκτρική ενέργεια, ηλεκτρικό. ● ΣΥΜΠΛ.: δυναμικός ηλεκτρισμός βλ. δυναμικός, στατικός ηλεκτρισμός βλ. στατικός [< γαλλ. électricité, αγγλ. electricity]

αστραπή

αστραπή[ἀστραπή] α-στρα-πή ουσ. (θηλ.) 1. ΓΕΩΦ. έντονη και σύντομη λάμψη που προκαλείται από ηλεκτρική εκκένωση στην ατμόσφαιρα ανάμεσα σε δύο διαφορετικά σύννεφα ή σε τμήματα του ίδιου σύννεφου: σφαιρικές ~ές (: που μοιάζουν με φωτεινές σφαίρες). Μια ~ φώτισε τον ουρανό. Το φως της ~ής και ο ήχος της βροντής. Κεραυνοί/μπουμπουνητά και ~ές. ~ές και καταιγίδες. Πέφτουν/ρίχνει ~ές (= αστράφτει).|| (λόγ.) Εν μέσω ~ών και βροχής. Βλ. αστροπελέκι.|| (μτφ.) Μάτια που πετούσαν ~ές (= σπίθες, φλόγες, φωτιές). 2. (μτφ.) για να δηλωθεί κάτι πολύ γρήγορο, σύντομο, βιαστικό: (ως παραθετικό σύνθ.) επίσκεψη-/ταξίδι-~. Πόλεμος-~ (: που είχε πάρα πολύ μικρή διάρκεια). Γκολ-~ (: που μπήκε στην αρχή του παιχνιδιού). Δίαιτες-~ και διατροφικές ακρότητες. Πβ. εξπρές.|| (με επιρρ. χρ.) Έφυγε ~. Πβ. βολίδα, πύραυλος, σφαίρα. ● ΦΡ.: καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται (παροιμ.): ο τίμιος και ευσυνείδητος δεν φοβάται την κριτική και τον έλεγχο., με αστραπιαία ταχύτητα/με ταχύτητα αστραπής: πάρα πολύ γρήγορα: Οι φλόγες εξαπλώθηκαν ~ ~. Οι φήμες κυκλοφορούν ~ ~., σαν αστραπή 1. πάρα πολύ γρήγορα: Όλα έγιναν ~ ~. Νέο που διαδόθηκε ~ ~. Το τρένο περνούσε ~ ~. Έτρεξε/όρμησε ~ ~. 2. για να δηλωθεί κάτι πολύ φωτεινό, λαμπερό: Τα μάτια έλαμπαν ~ ~ές μες στο σκοτάδι. [< γαλλ. comme un éclair] [< αρχ. ἀστραπή 2: γαλλ. éclair]

γαιάνθρακας

γαιάνθρακαςγαι-άν-θρα-κας ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΟΡΥΚΤ. κάθε ορυκτός άνθρακας (ανθρακίτης, λιγνίτης, λιθάνθρακας, τύρφη) ο οποίος σχηματίστηκε στο υπέδαφος με αργή απανθράκωση φυτικών ουσιών που θάφτηκαν μετά από καθιζήσεις, σεισμούς, κατακρημνίσεις και χρησιμεύει κυρ. ως καύσιμη ύλη: αποθέματα/κοιτάσματα ~α. Εξόρυξη ~άκων (: σε ανθρακωρυχεία). Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ~ες. Πβ. κάρβουνο. Βλ. αιθάλη, κοκ, ξυλάνθρακας, συμβατικές/μη ανανεώσιμες πηγές/μορφές ενέργειας. [< γαλλ. charbon de terre]

δυναμικός

δυναμικός, ή, ό δυ-να-μι-κός επίθ. 1. δραστήριος, αποφασιστικός, δημιουργικός: ~ός: επιχειρηματίας. ~ή: γυναίκα/προσωπικότητα. ~ό: στέλεχος. Ζητούνται ~οί συνεργάτες για προώθηση προϊόντων. Πβ. ενεργητικός. 2. που χαρακτηρίζεται από δυναμισμό ή βιαιότητα: ~ή: αντίδραση/διαδήλωση/διαμαρτυρία/παρέμβαση/πολιτική. ~ές: ενέργειες/κινητοποιήσεις/λύσεις (= αποφασιστικές, δραστικές). ~ή είσοδος μιας χώρας στη διεθνή αγορά/ενός νέου πολιτικού στο προσκήνιο. ~ή (= εντυπωσιακή) επανεμφάνιση ενός καλλιτέχνη. 3. που εξελίσσεται: ~ός: κλάδος/τομέας (= αναπτυσσόμενος) της εμπορικής ναυτιλίας/του τουρισμού. ~ή: καλλιέργεια (= αποδοτική)/οικονομία. ~ό: περιβάλλον (εργασίας)/φαινόμενο. ΑΝΤ. στατικός (1) 4. (για επιστήμη) που μελετά τα φαινόμενα ή τα μεγέθη στην εξελικτική τους πορεία: ~ή: θεωρία. ~ή: γεωλογία (= γεωδυναμική). ~ή ανάλυση κοινωνικών και οικονομικών συστημάτων. Βλ. αιμο~. 5. ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη μεταβολή της κινητικής κατάστασης σώματος ή σωματιδίου: ~ή: ευστάθεια/πίεση. Βλ. αερο~, ηλεκτρο~, ισο~, υδρο~. ΑΝΤ. στατικός (4) ● επίρρ.: δυναμικά ● ΣΥΜΠΛ.: δυναμική ενέργεια: ΦΥΣ. που έχει ένα σώμα όταν βρίσκεται σε πεδίο δυνάμεων: Η ~ ~ διακρίνεται σε ενέργεια θέσης (π.χ. βαρύτητα) και μορφής (: όταν μεταβάλλουμε τη μορφή ενός υλικού, συμπιέζοντας, συστρέφοντας, λυγίζοντας ή τεντώνοντάς το). Βλ. χημική ενέργεια. [< γαλλ. énergie potentielle] , δυναμικό πεδίο 1. ΦΥΣ. ο χώρος ενός συστήματος, σε κάθε σημείο του οποίου μπορούν να αντιστοιχηθούν μετρήσιμες φυσικές ιδιότητες. 2. (μτφ.) περιοχή, τομέας όπου αναπτύσσεται έντονη δραστηριότητα: ~ ~ δράσης., δυναμικός ηλεκτρισμός ΑΝΤ. στατικός ηλεκτρισμός 1. ΦΥΣ. ροή ηλεκτρικού φορτίου. 2. ηλεκτροδυναμική., δυναμικός προγραμματισμός: ΠΛΗΡΟΦ. επίλυση προβλήματος με αναγωγή του σε επιμέρους περιπτώσεις και σταδιακή σύνθεσή τους., δυναμικά συστήματα βλ. σύστημα, δυναμικός τόνος/τονισμός βλ. τόνος1 [< μτγν. δυναμικός, γαλλ. dynamique, αγγλ. dynamic]

ηλεκτρομαγνητισμός

ηλεκτρομαγνητισμός[ἠλεκτρομαγνητισμός] η-λε-κτρο-μα-γνη-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Η): ΦΥΣ. το σύνολο των φαινομένων που σχετίζονται με ηλεκτρικά και μαγνητικά πεδία και ο κλάδος της Φυσικής που τα μελετά. [< γερμ. Elektromagnetismus, γαλλ. électromagnétisme, αγγλ. electromagnetism]

-ισμός

-ισμόςεπίθημα αφηρημένων αρσενικών ουσιαστικών που δηλώνει 1. ενέργεια, αποτέλεσμα: καταρτ~/μεταβολ~/πανηγυρ~/παραθερ~/συμψηφ~/υπνωτ~.|| Oραματ~/προβληματ~. 2. θεωρία, τέχνη: αγνωστικ~/δαρβιν~/δυϊσμός/ουμαν~/πλουραλ~/σχετικ~. Kαπιταλ~/κομμουν~/σοσιαλ~.|| (αρνητ.) Σκοταδ~.|| (κίνημα:) Δημοτικ~. Φεμιν~.|| (διδασκαλία:) Στωικ~/χριστιαν~. Μανιχα-ϊσμός.|| Κλασικ~/μινιμαλ~/ρεαλ~/ρομαντ~. 3. στάση, συμπεριφορά: αλτρου~.|| (συνήθ. μειωτ.) Αριβ~/ατομ~/εγω~/σοβιν~/στρουθοκαμηλ~/χαμαιλεοντ~/χαφιεδ~. 4. ενασχόληση, δραστηριότητα: αθλητ~/ακτιβ~/αλπιν~/προσκοπ~. 5. ΙΑΤΡ. πάθηση, νόσο: δαλτον~. 6. φαινόμενο: γεωτροπ~/ιον~.|| Γαλλ~.

στατικός

στατικός, ή, ό στα-τι-κός επίθ. 1. που δεν μεταβάλλεται, δεν εξελίσσεται: ~ός: κόσμος (πβ. αμετάβλητος)/οργανισμός/χάρτης. ~ή: ανάλυση (: που δεν λαμβάνει υπόψη τον παράγοντα του χρόνου)/οικονομία (: που τα βασικά της μεγέθη μένουν στάσιμα). ~ό: περιβάλλον/περιεχόμενο/πρότυπο/φαινόμενο. (ΑΣΤΡΟΝ.) Το Σύμπαν δεν είναι ~ό, αλλά διαστελλόμενο. Βλ. παρα~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ή: ιστοσελίδα (: με προσχεδιασμένα δεδομένα που δεν τροποποιούνται)/μεταβλητή (: που παίρνει μια τιμή και τη διατηρεί σε όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης του προγράμματος). ΑΝΤ. δυναμικός (3) 2. που είναι σταθερός, δεν κινείται ή δεν μετακινείται εύκολα και γενικότ. σχετίζεται με τη στάση: ~ός: μηχανισμός (ΑΝΤ. κινητός)/μοντελισμός (ΑΝΤ. μηχανοκίνητος ή τηλεκατευθυνόμενος)/νάρθηκας/(ΑΘΛ.) παίκτης (ΑΝΤ. κινητικός). ~ή: εικόνα/μορφή/φωτογραφία. ~ό: ποδήλατο/σουτ (: που γίνεται εν στάσει). ~ά: πλάνα.|| (ΦΥΣ.) ~ή: πίεση (: που ασκείται σε σώμα από σταθερή δύναμη)/τριβή (ΑΝΤ. τριβή ολίσθησης). 3. ΜΗΧΑΝ. που σχετίζεται με τη στατική: ~ός: αντισεισμικός υπολογισμός/γεωτεχνικός σχεδιασμός/έλεγχος (κτιρίων). ~ή: ανάλυση κατασκευής/επάρκεια (οικοδομής)/ισορροπία (: που εμφανίζει σώμα ή σύστημα χωρίς τάση αλλαγής)/μελέτη κτιρίου. ~ό: σύστημα (των κιόνων)/φορτίο. Αρχιτεκτονικό και ~ό σχέδιο. Βλ. ισο~, υδρο~, υπερ~. 4. ΦΥΣ. που αναφέρεται στην ισορροπία δυνάμεων ή ηλεκτρικών φορτίων: ~ό ηλεκτρικό/μαγνητικό πεδίο. ΑΝΤ. δυναμικός (5) ● Ουσ.: στατικά (τα) (προφ.): ΜΗΧΑΝ. ενν. σχέδια: Ο πολιτικός μηχανικός έκανε τα ~. ● επίρρ.: στατικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: στατικός ηλεκτρισμός ΑΝΤ. δυναμικός ηλεκτρισμός 1. ΦΥΣ. που αποτελείται από ακίνητα φορτία, όπως αυτά που παράγονται με τριβή. 2. (συνεκδ.) ηλεκτροστατική. [< αρχ. στατικός ‘αυτός που εμποδίζει, σταματά’, αγγλ. static, γαλλ. statique, γερμ. statisch]