Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ηλεκτροθετικός , ή, ό [ἠλεκτροθετικός] η-λε-κτρο-θε-τι-κός επίθ. ΑΝΤ. ηλεκτραρνητικός 1. ΧΗΜ. για χημικό στοιχείο τα άτομα του οποίου έχουν την τάση να αποβάλλουν με σχετική ευκολία ένα ή περισσότερα ηλεκτρόνια: ~ή: ρίζα. ~ό: ιόν/μέταλλο. 2. ΗΛΕΚΤΡ. που έχει θετικό ηλεκτρικό φορτίο. [< γαλλ. électropositif, αγγλ. electropositive]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.