Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ηλεκτροφόρηση [ἠλεκτροφόρηση] η-λε-κτρο-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.) : ΧΗΜ. κίνηση ηλεκτρικά φορτισμένων σωματιδίων σε εναιώρημα υπό την επίδραση ηλεκτρικού πεδίου· μέθοδος ανάλυσης η οποία στηρίζεται στο φαινόμενο αυτό: ~ αιμοσφαιρίνης/λευκωμάτων. ~ σε γέλη. Θετική ~ πρωτεϊνών ορού. Συσκευή κάθετης/οριζόντιας ~ης. [< αγγλ. electrophoresis, 1911, γαλλ. électrophorèse, 1923, γερμ. Elektrophorese]