Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ηλιοθεραπεία [ἡλιοθεραπεία] η-λιο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): παρατεταμένη έκθεση του σώματος στην ηλιακή ακτινοβολία με σκοπό το μαύρισμα της επιδερμίδας: εγκαύματα από ~. Κάνω ~. Αποφύγετε την ~, κυρίως κατά τις μεσημεριανές ώρες.|| Τεχνητή ~ (= σολάριουμ). [< πβ. αγγλ. heliotherapy, γαλλ. héliothérapie, 1900]