Skip to main content

Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ημαρτημένος , η, ο [ἡμαρτημένος] η-μαρ-τη-μέ-νος επίθ. (αρχαιοπρ.): εσφαλμένος: ~ος: συλλογισμός. ΣΥΝ. λανθασμένος ● Ουσ.: ημαρτημένα (τα): λάθη: τα ~ της παρελθούσης ηγεσίας (= σφάλματα). Τα ~ του κειμένου (= αβλεψίες, παροράματα). Διόρθωση ~ων. [< αρχ. ἡμαρτημένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. ἁμαρτάνω]