Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]


  • ηρεμία [ἠρεμία] η-ρε-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. κατάσταση που χαρακτηρίζεται από έλλειψη έντασης και ταραχής· ησυχία, γαλήνη: αδιατάρακτη/πολιτική/φυσική ~. Αίσθηση/ασκήσεις/ατμόσφαιρα/στιγμές ~ας. Αποκατάσταση της ~ας. Περίπατος μέσα στην ~ της φύσης. Επικρατεί απόλυτη/πλήρης ~ (= αταραξία). Επανήλθε η ~ (στις σχέσεις τους/στη χώρα). (Κάτι) αποτελεί πηγή ~ας (πβ. καταφύγιο, όαση). Περιβάλλον που προσφέρει/χαρίζει ~ (και χαλάρωση). Βρήκε την εσωτερική/την πνευματική/τη χαμένη/την ψυχική του ~. Αναζητώ/έχω ανάγκη από/χρειάζομαι (λίγη) ~. Έλυσαν τις διαφορές τους με ~ (= ήρεμα). (κυριολ. και μτφ.) Η ~ πριν από την καταιγίδα (πβ. νηνεμία).|| (ΙΑΤΡ.) Πίεση/τρόμος (βλ. πάρκινσον) ~ας. Καρδιακή συχνότητα σε κατάσταση ~ας (βλ. βραδυ-, ταχυ-καρδία). 2. ΦΥΣ. ακινησία: σώμα σε ~ ή κίνηση. Θέση ~ας (= ισορροπίας). [< αρχ. ἠρεμία, αγγλ. rest]

βραδυ- & βραδύ-

βραδυ- & βραδύ-(λόγ.): α' συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών που δηλώνει βραδύτητα ή δυσκολία στην εκτέλεση λειτουργίας: βραδυ-κίνητος/~φλεγής. Βραδύ-καυστος.|| (μτφ.) Bραδύ-νους (ΑΝΤ. οξύ-).|| (ΙΑΤΡ.) Βραδυ-καρδία (ΑΝΤ. ταχυ-).|| Βραδυ-πορώ.|| Βραδ-έως.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.