Αναζήτηση

Χρηστικό λεξικό

  • Επιλογές αναζήτησης
Βρέθηκαν 6 εγγραφές  [0-6]


  • ηφαίστειο [ἡφαίστειο] η-φαί-στει-ο ουσ. (ουδ.) {ηφαιστεί-ου | -ων} 1. ΓΕΩΛ. γεωλογικός σχηματισμός κυρ. στην επιφάνεια της Γης, από το άνοιγμα του οποίου εκχύνεται μάγμα, τεμάχια πετρωμάτων, αέρια και λάβα: υποθαλάσσιο ~. Δραστηριότητα/έκρηξη/ενεργοποίηση/καλντέρα/κρατήρας/κώνος ~ου. Δράση ~ων. Ξύπνησε το ~ (= ενεργοποιήθηκε). 2. (μτφ.) εκρηκτική κατάσταση, που εγκυμονεί ταραχές ή απρόβλεπτες εξελίξεις· φλογερή ιδιοσυγκρασία: Η χώρα έχει μετατραπεί σε πραγματικό κοινωνικό ~.|| Φαίνεται ήρεμος, αλλά στην πραγματικότητα είναι σκέτο ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Γυναίκα-~ (ΑΝΤ. παγόβουνο, παγοκολόνα). ● ΣΥΜΠΛ.: ανενεργό ηφαίστειο: ΓΕΩΛ. που έχει εκραγεί σε γεωλογικές εποχές πολύ παλαιότερες των ιστορικών χρόνων., ενεργό ηφαίστειο: ΓΕΩΛ. που έχει εκραγεί στο πρόσφατο παρελθόν ή στα ιστορικά χρόνια. ● ΦΡ.: ηφαίστειο/καζάνι έτοιμο να εκραγεί (μτφ.): για ιδιαίτερα έκρυθμη κατάσταση: Το κόμμα μοιάζει με ~ ~. [< γαλλ. vοlcan]
  • ηφαιστειογενής , ής, ές [ἡφαιστειογενής] η-φαι-στει-ο-γε-νής επίθ. (λόγ.): ΓΕΩΛ. που δημιουργείται ή προκαλείται από ηφαιστειακή δραστηριότητα: ~ής: σεισμός. ~ής: περιοχή. ~ές: νησί/πέτρωμα. ~είς: σχηματισμοί (βλ. τόφος). ~είς: ζώνες. Πβ. εκρηξιγενής. Βλ. -γενής. [< γαλλ. volcanique]
  • ηφαιστειολογία [ἡφαιστειολογία] η-φαι-στει-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Η): ΓΕΩΦ. κλάδος που μελετά την ηφαιστειότητα: σεισμολογία και ~. [< γαλλ. vοlcanologie]
  • ηφαιστειολογικός , ή, ό [ἡφαιστειολογικός] η-φαι-στει-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΦ. που σχετίζεται με την ηφαιστειολογία ή τον ηφαιστειολόγο: ~ός: χάρτης. [< γαλλ. volcanologique]
  • ηφαιστειολόγος [ἡφαιστειολόγος] η-φαι-στει-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γεωλόγος με ειδίκευση στην ηφαιστειολογία. [< γαλλ. volcanologue]
  • ηφαιστειότητα [ἡφαιστειότητα] η-φαι-στει-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΦ. η ηφαιστειακή δραστηριότητα και τα φαινόμενα που συνδέονται με αυτή: έντονη/υποθαλάσσια ~. Σεισμικότητα-~. Η ~ μιας περιοχής. [< γαλλ. volcanisme]

-γενής

-γενής, ής, ές {-γενούς (προφ.) -γενή | -γενείς (ουδ. -γενή)}: επίθημα για την παραγωγή επιθέτων που δηλώνουν προέλευση, σύσταση ή σειρά σε κλίμακα: αλλο~/ανομοιο~/γη~/δι~/εγ~/ελληνο~/ενδο~/εξω~/ερωτο~/ετερο~/ευ~/θνησι~/ιθα~/ιο~/καρκινο~/λατινο~/μονο~/ομο~/ομοιο~/παθο~/ρηξι~/σεισμο~/συγ~/τρι~/ψυχο~. Bλ. -γόνος.|| Πρωτο~/δευτερο~/τριτο~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.